Υπό Γεωργίου – Μιχαήλ Δ. Καραχάλιου.
Ι. Τα γεγονότα από τον θάνατο του Βασιλείου Β΄ του Βουλγαροκτόνου μέχρι τον θάνατο του Κωνσταντίνου Ι΄ του Δούκα.
Πεθαίνοντας ο Βασίλειος Β’ Βουλγαροκτόνος το 1025 άφησε ένα κράτος ισχυρό με τους εξωτερικούς του εχθρούς εξουθενωμένους και την εσωτερική αντιπολίτευση των μεγαλογαιοκτημόνων και της εκκλησίας υποταγμένη στην στιβαρή αυτοκρατορική εξουσία.. Δυστυχώς για την αυτοκρατορία τον νικητή και τροπαιούχο Βασίλειο Β’ διαδέχτηκε μια σειρά ανικάνων αυτοκρατόρων, η οποία μέσα σε 46 χρόνια οδήγησε την χώρα στο ατιμωτικό στρατιωτικό ατύχημα του Μαντζικιέρτ. Μόλις έλειψε η ισχυρή προσωπικότητα του Βουλγαροκτόνου, οι μεγαλογαιοκτήμονες , πολλοί από τους οποίους ήταν κάτοχοι ανωτάτων κρατικών αξιωμάτων , κινητοποιήθηκαν για να καταστήσουν υποχείριά τους την κεντρική εξουσία και να ικανοποιήσουν τα αντιλαϊκά τους συμφέροντα αδιαφορώντας για την οικονομική ευεξία, την κοινωνική ισορροπία, την πολιτική σταθερότητα και την εδαφική ακεραιότητα της αυτοκρατορίας.
Υπό την πίεση των πλουσίων καταργείται το «αλληλέγγυον» που είχε θεσπίσει ο Βουλγαροκτόνος και στο οποίο ήταν αντίθετοι οι μεγαλογαιοκτήμονες και η εκκλησία. Το αλληλέγγυον ήταν ένα νομοθετικό μέτρο που ανάγκαζε τους πλουσίους (ισχυρούς) να πληρώνουν τους φόρους των φτωχών (ταπεινών) στρατιωτών που φονεύονταν στη μάχη. Σκοπός του μέτρου αυτού ήταν να μην εξοντώνονται οικονομικά οι οικογένειες των νεκρών στρατιωτών . Στο μέτρο αυτό εναντιώθηκε εκτός της πλουτοκρατίας και η Εκκλησία, η οποία λόγω της τεράστιας περιουσίας της μετείχε αναγκαστικά στην συνδρομή για την κάλυψη των δαπανών του «αλληλέγγυου» ( Ιωαν. Σκυλίτζης 347.76 κ. ε., Ιωαν. Ζωναράς ΙΙΙ. 561.1 κ. ε. , Ιωαν. Καραγιαννόπουλος, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τόμος Β’, σ. 455 – 456, Εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1981 ).
Με την κατάργηση του αλληλέγγυου άρχισαν να εξουθενώνονται οι μικρογαιοκτήμονες, και να ελαττώνονται οι αγροτικοί πληθυσμοί.
Το κράτος, προκειμένου να εξοικονομήσει πόρους για τα έξοδα της αυτοκρατορικής αυλής , έκανε περικοπές των στρατιωτικών δαπανών με αποτέλεσμα την εξασθένηση των γηγενών ενόπλων δυνάμεων της αυτοκρατορίας και την αύξηση της ανάγκης για στρατολογία αλλοεθνών μισθοφόρων.
Τον Βασίλειο Β’ διαδέχτηκε στην εξουσία ο αδελφός του και συμβασιλεύς Κωνσταντίνος Η’ ( 1025 – 1028 ). Ο νέος αυτοκράτορας δεν είχε αρσενικά παιδιά, είχε τρεις θυγατέρες από τον γάμο του με την κόρη του πατρικίου Αλυπίου Ελένη, την Ευδοκία που σε νεαρή είχε αρρωστήσει από ευλογιά και πολύ νωρίς ασπάστηκε τον μοναχισμό, την Ζωή και την Θεοδώρα. Από τις πρώτες ενέργειες του νέου αυτοκράτορα ήταν η σταδιακή απομάκρυνση από τις διάφορες κρατικές θέσεις των ικανών συνεργατών του Βασιλείου Β’ και η αντικατάστασή τους από ανικάνους και ραδιούργους που κατάντησαν την δημόσια διοίκηση αναξιόπιστη και αναποτελεσματική. Ο Κωνσταντίνος Η’ στα τρία χρόνια που βασίλευσε υπήρξε ανάλγητος και ασυγκίνητος στις ανάγκες του λαού τον οποίο εξαθλίωσε οικονομικά απαγορεύοντας κάθε οικονομική διευκόλυνση και εισπράττοντας αναδρομικά φόρους τους οποίους είχε καταργήσει ο Βασίλειος Β’. Η τελευταία πράξη του ανικάνου και αντιλαϊκού Κωνσταντίνου Η’ υπήρξε η εκλογή ως συζύγου της θυγατέρας του Ζωής ( 50 ετών τότε ) και επομένως και ως διαδόχου του στον θρόνο του Ρωμανού Αργυρού, άνδρα μορφωμένου και από μεγάλη οικογένεια, αλλά χωρίς στρατιωτικές ικανότητες , ανίκανου και. επιπόλαιου.
Ο Ρωμανός Γ’ Αργυρός ( 1028 – 1034 ) μόλις ανέβηκε στον θρόνο κατάργησε το «αλληλέγγυον» και επέβαλλε επαχθείς φόρους για να έχει χρήματα για νέες οικοδομές , επειδή ονειρευόταν τον εαυτό του ως νέο Σολομώντα ή Ιουστινιανό. Η κατάργηση του «αλληλεγγύου» είχε ως αποτέλεσμα την εξαθλίωση του λαού και την αριθμητικοί μείωση του στρατού επειδή η αρπακτικότητα των πλουσίων άρχισε να ελαττώνει των αριθμό των «στρατιωτών», των μικροκαλλιεργητών που κατείχαν κομμάτια γης με παράλληλη υποχρέωση να υπηρετούν στο στρατό όταν τους καλούσαν οι πολεμικές ανάγκες του κράτους. Η φοροεισπρακτική μανία των ισχυρών εξαφάνιζε τους γεωργικούς κλήρους των «στρατιωτών» και μαζί μ’ αυτούς την υποχρέωση να υπηρετούν στρατιωτικά όταν τους καλούσαν. Ο Ρωμανός Γ’ διέπραξε και άλλο ένα ατόπημα που του στοίχησε την ζωή και τον θρόνο. Άρχισε να παραμελεί την αυτοκράτειρα Ζωή και αυτή τα έφτιαξε με τον με τον αυλικό Μιχαήλ, αδελφό του ευνούχου Ιωάννη του Ορφανοτρόφου, ο οποίος τον είχε εισάγει για τον σκοπό αυτόν στο περιβάλλον της Ζωής. Το ειδύλλιο της Ζωής και του Μιχαήλ νομιμοποιήθηκε όταν ο Ρωμανός Γ’ «αρρώστησε» ξαφνικά και σε λίγο πέθανε, τον βρήκαν να ψυχορραγεί στο αυτοκρατορικό λουτρό στις 11 Απριλίου 1034. Η αναγόρευση του Μιχαήλ ως αυτοκράτορα και ο γάμος του με την Ζωή έγιναν από τον πατριάρχη Αλέξιο πριν την κηδεία του νεκρού Ρωμανού Γ’ και αφού ο πατριάρχης έλαβε ως δώρο από την αυτοκράτειρα Ζωή, που τότε ήταν 54 ετών, πενήντα λίτρες χρυσού.
Ο Μιχαήλ Δ’ μόλις ανέβηκε στον θρόνο άρχισε να παραμελεί την Ζωή, την οποία έθεσε υπό αυστηρή παρακολούθηση φοβούμενος μήπως και αυτός έχει την τύχη του προκατόχου του. Στις προθέσεις του νέου αυτοκράτορα ήταν να ασχοληθεί με τα στρατιωτικά, αλλά μια σοβαρή και ανίατη ασθένεια που τον προσέβαλλε του αφαίρεσε την δυνατότητα να κάνει κάτι το αξιόλογο. Την διακυβέρνηση της χώρας ασκούσε ο αδελφός του Ιωάννης, ο οποίος έφερε το αξίωμα του Ορφανοτρόφου, και ως μοναδικό σκοπό είχε το προσωπικό οικονομικό όφελος. Εκτός από διεφθαρμένος ο Ιωάννης Ορφανοτρόφος υπήρξε και αψυχολόγητος ως προς την συμπεριφορά του απέναντι στους υποτελείς
στο Βυζάντιο λαούς, όπως οι Βούλγαροι τους οποίους εξανάγκασε με την ανόητη πολιτική του να επαναστατήσουν. Οι Βούλγαροι νικήθηκαν από τον αυτοκρατορικό στρατό τον οποίο ακολούθησε στην εκστρατεία και ο σοβαρά ασθενής Μιχαήλ Δ’, ο οποίος όταν κατά την επιστροφή του κατάλαβε ότι πλησιάζει το τέλος του, ζήτησε από την αυτοκράτειρα Ζωή να υιοθετήσει τον ανεψιό του Μιχαήλ Καλαφάτη προκειμένου να τον διαδεχτεί στον θρόνο. Η Ζωή έκανε την υιοθεσία και απένειμε στον Μιχαήλ Καλαφάτη τον τίτλο του καίσαρα. Ήσυχος πια ο Μιχαήλ Δ’ για την διαδοχή του από τον ανεψιό του πέθανε το βράδυ της 10ης Δεκεμβρίου 1041 στην μονή των Αγίων Αναργύρων.
Ο νέος αυτοκράτορας Μιχαήλ Ε’ ο Καλαφάτης βασίλεψε μόνο τέσσερις μήνες και οι μόνες αξιόλογες πράξεις του ήταν η καταδίκη σε εξορία του θείου του Ιωάννη του Ορφανοτρόφου και η σύλληψη την νύχτα 18 προς 19 Απριλίου 1042 της αυτοκράτειρας Ζωής με την κατηγορία ότι σχεδίαζε να τον δηλητηριάσει. Η αυτοκράτειρα Ζωή ήταν πορφυρογέννητη, είχε γεννηθεί όταν ο πατέρας της Ιωάννης Η’ ήταν ήδη αυτοκράτορας, αυτή και η αδελφή της ήταν οι τελευταίες από τον ένδοξο οίκο των Μακεδόνων που ίδρυσε ο Βασίλειος Α’ ο Μακεδών και λάμπρυνε με τα πολεμικά του κατορθώματα ο θείος τους Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος. Ο λαός αγαπούσε και σεβόταν «τας Μάννας του», όπως τις αποκαλούσαν όλοι. Οι δύο αυτές γηραιές δέσποινες ήταν οι τελευταίοι απόγονοι του οίκου των Μακεδόνων. Όλα αυτά, όμως, τα αγνόησε ο άθλιος Καλαφάτης και με περισσή βιαιότητα συνέλαβε την πορφυρογέννητη Ζωή και την φυλάκισε στην Πριγκιπόννησο. Η σύγκλητος και κάποιοι από τους ηγέτες του δήμου δέχτηκαν τις εξηγήσεις του αυτοκράτορα, ο οποίος ανάγγειλε στο λαό με διάγγελμα την καθαίρεση της Ζωής. Και τότε ξέσπασε η θύελλα. Η αντίδραση του πλήθους υπήρξε εκρηκτική. Οι λαϊκές μάζες διέλυσαν την αυτοκρατορική φρουρά και κατέλαβαν το «ιερό παλάτιο». Περίτρομος ο ουτιδανός Καλαφάτης κατέφυγε στην Μονή Στουδίου. Άλλες λαϊκές μάζες έφεραν την Θεοδώρα, την αδελφή της Ζωής στην Αγία Σοφία και την ανακήρυξαν αυτοκράτειρα και στην συνέχεια την επεφήμησαν μαζί με την Ζωή, την οποία ο Μιχαήλ Ε’, σε μια τελευταία προσπάθεια κατευνασμού του λαού, την είχε ανακαλέσει από την εξορία.
Με διαταγή της Θεοδώρας και της Ζωής συνέλαβαν τον Μιχαήλ, τον διαπόμπευσαν και τον τύφλωσαν. Έτσι έληξε η βασιλεία του Μιχαήλ Δ’.
Ο λαός με την εξέγερσή του είχε αποκαταστήσει στην εξουσία τις δυο γηραιές κυρίες, του οίκου των Μακεδόνων, αλλά υπήρχε ανάγκη και κάποιου ικανού άνδρα για να κυβερνάει, έτσι άρχισε η προσπάθεια να βρεθεί κάποιος κατάλληλος για σύζυγος της Ζωής και αυτοκράτορας. Η Ζωή τότε ήταν 62 ετών, Το κατάλληλο πρόσωπο ήταν ο Κωνσταντίνος Μονομάχος, γόνος μιας από τις πλέον επιφανείς οικογένειες της Κωνσταντινούπολης και εξ αγχιστείας συγγενής του Ρωμανού Γ’ του Αργυρού.
Κατά την διάρκεια της βασιλείας του Κωνσταντίνου Θ’ του Μονομάχου ( 1042 – 1055 ) συνέβησαν πολλά και αξιόλογα γεγονότα, μόνο που ο αυτοκράτωρ δεν ήταν το κατάλληλο πρόσωπο για να τα διαχειριστεί με επιτυχία. Ο αυτοκράτορας ήταν ένας γοητευτικός καλοστεκούμενος άνδρας μιας κάποιας ηλικίας, γλεντζές, με αριστοκρατικούς τρόπους, που το μόνο για το οποίο ενδιαφερόταν ήταν οι ηδονές. Πίστευε πως η άνοδος του στο θρόνο ήταν το επιστέγασμα της σταδιοδρομίας του και ότι το μόνο που έπρεπε να κάνει από εδώ και πέρα ήταν να χαρεί τα όσα του προσέφερε η ζωή του αυτοκράτορα. Προκειμένου να ανταπεξέλθει στα όλο και αυξανόμενα, από τα καμώματα του, έξοδα του παλατιού άρχισε να αυξάνει τους ήδη από την εποχή των προκατόχων του αυξημένους φόρους και να ελαττώνει τις στρατιωτικές δαπάνες ( σας θυμίζει κάποια σημερινή χώρα με την κυβέρνησή; ). Η κακή αυτή διακυβέρνηση έγινε αιτία να ξεσπάσουν στρατιωτικά κινήματα, αλλά και ολόκληρη η πολιτική ζωή να εκδηλώνεται σαν μια άρρωστη κατάσταση μέσα σε ένα περιβάλλον ραδιουργιών, από τις οποίες, δυστυχώς, δεν απουσίαζε ο πνευματικός κόσμος της αυτοκρατορίας. Οι πνευματικοί άνθρωποι της εποχής εκείνης, επειδή είχαν εμπλακεί στην άσκηση της εξουσίας, είχαν διαφθαρεί κατά τρόπο κραυγαλέα σκανδαλώδη. Κλασικό παράδειγμα ο σοφός μοναχός, ιστορικός, φιλόσοφος, θεολόγος, αποκρυφιστής και πολιτικός Μιχαήλ Ψελλός,, η προσωπικότητα του οποίου είναι τόσο αντιφατική και αλλοπρόσαλλη, ώστε να είναι χαρακτηριστική για την ηθική κρίση που διέκρινε την εποχή εκείνη.
Κατά την περίοδο της βασιλείας του μονομάχου έχουμε την εκδήλωση στρατιωτικών κινημάτων, όπως η επανάσταση του Γεωργίου Μανιάκη ( 1042 ), η οποία κατέρρευσε όταν φονεύθηκε ο αρχηγός της στη μάχη του Οστρόβου ( 1043 ). Συγχρόνως με τα γεγονότα του Μανιάκη έλαβε χώρα και η αποστασία επανάσταση της Κύπρου υπό τον στρατηγό Θεόφιλο Ερωτικό. Το κίνημα αυτό το κατέστειλε εύκολα ο ναύαρχος Κωνσταντίνος Χαζέ. Το 1047 εκδηλώθηκε η αποστασία του στρατηγού Λέοντα Τορνίκη, ο οποίος πολιόρκησε την Κωνσταντινούπολη, αλλά λόγω αναποφασιστικότητας χρονοτρίβησε και όταν τα χρήματά του άρχισαν να λιγοστεύουν το στράτευμα άρχισε να διαλύεται. Τελικά ο Τορνίκης νικήθηκε, αιχμαλωτίστηκε και τυφλώθηκε.
Στις μέρες του Κωνσταντίνου Θ’ ( 1042 ) αποσπάστηκε οριστικά από την αυτοκρατορία το σερβικό κράτος της Ζέτα ( η αρχαία Διόκλεια ) υπό την ηγεσία του Στεφάνου Βοϊσλάβου.
Υπήρξε όμως και μία προσάρτηση εδαφών στην αυτοκρατορία επί Μονομάχου, μόνο που οφειλόταν σε συνθήκη της εποχής του Βασιλείου Β’ του Βουλγαροκτόνου. Επί Βασιλείου Β’ ο άρχων του αρμενικού κράτους του Ανίου Ιωβανεσίκης του παρέδωσε την χώρα . Σε αντάλλαγμα ο Βασίλειος Β’ ονόμασε μάγιστρο τον Ιωβανεσίκη και τον διόρισε ισόβιο κυβερνήτη του Ανίου και της Μεγάλης Αρμενίας, αλλά με την προϋπόθεση ότι τα εδάφη αυτά θα υπαχθούν ολοκληρωτικά στην αυτοκρατορία μετά τον θάνατο του Ιωβανεσίκη. Έτσι όταν πέθανε ο μάγιστρος Ιωβανεσίκης και μετά από κάποιες μικροαντιρρήσεις ο γιος του Κακίκιος παρέδωσε τις χώρες αυτές στους Βυζαντινούς και έλαβε σαν αντάλλαγμα τον τίτλο του μαγίστρου και μεγάλα κτήματα στην Καππαδοκία, όπου έζησε πλούσιος και ευτυχισμένος.
Κατά την διάρκεια της βασιλείας του Κωνσταντίνου Θ’ έχουμε και την τελευταία επιδρομή των Ρώσων κατά της Κωνσταντινούπολης ( 1043 ), η οποία αποκρούεται με το υγρό πυρ.
Το 1045 και 1046 αρχίζουν οι Σελτζούκοι Τούρκοι επιθέσεις κατά των Βυζαντινών, αλλά αποκρούονται με ανορθόδοξο πόλεμο εκ μέρους του αυτοκρατορικού στρατού ( αιφνιδιαστικές επιθέσεις σε διάφορα απομονωμένα στρατιωτικά τμήματα και νυκτομαχίες ).
Λίγο αργότερα ( 1048 ) κάνουν επίθεση από Βορρά οι Πετσενέγκοι και σε πρώτη φάση το Βυζάντιο τους νικά . αλλά στην συνέχεια κάποιοι από αυτούς αιχμάλωτοι που τους είχαν εγκαταστήσει στην Βιθυνία στασιάζουν και ενώνονται με ομοεθνείς τους προκαλώντας τεράστιες καταστροφές στον αυτοκρατορικό στρατό. Τελικά η βυζαντινή κυβέρνηση συνθηκολόγησε δίνοντας χρήματα, γαίες και αυλικούς τίτλους στους αρχηγούς των Πετσενέγκων.
Στην βυζαντινή Ιταλία αρχίζουν επιθέσεις οι Νορμανδοί και πιέζουν σοβαρά τους Βυζαντινούς. Το 1053 οι Νορμανδοί νικούν και τον στρατό που ο Πάπας Λέων Θ’ είχε στρατολογήσει στην Γερμανία και συλλαμβάνουν τον ίδιο αιχμάλωτο. Τα πράγματα χειροτερεύουν ακόμα περισσότερο τον επόμενο χρόνο ( 1054 ) όταν γίνεται το εκκλησιαστικό σχίσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης.
Το σχίσμα ήταν το τελευταίο σημαντικό γεγονός της βασιλείας του Κωνσταντίνου Θ’ του Μονομάχου, ο οποίος πέθανε στις 11 Ιανουαρίου του 1055. Η κακοδιοίκηση των 13 χρόνων της βασιλείας του Μονομάχου άφησε βαθειά τα σημάδια της στην μετέπειτα ζωή του κράτους.
Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου Θ’ βασίλεψε μόνη της η Θεοδώρα για λίγους μήνες ( 1055 – 1056 ). Η Ζωή είχε ήδη πεθάνει από το 1050. Η Θεοδώρα πεθαίνοντας και αυτή όρισε διάδοχο τον Μιχαήλ τον Στρατιωτικό ( είχε διατελέσει λογοθέτης του Στρατιωτικού απ’ όπου έλαβε και την προσωνυμία «Στρατιωτικός».
Ο Μιχαήλ ΣΤ’ ο Στρατιωτικός ( 1056 – 1057 ) συνέχισε επάξια την μακρά παράδοση ανικάνων αυτοκρατόρων και γι’ αυτό οι στρατιωτικοί στασίασαν και ανέβασαν στον θρόνο τον Ισαάκιο Κομνηνό ( 1057 – 1059 ).
Ο αυτοκράτορας Ισαάκιος ο Κομνηνός ήταν γόνος της μεγάλης οικογένειας των Κομνηνών από την κωμόπολη Κόμνη της Θράκης. Μοναδική πρόθεση του νέου αυτοκράτορα ήταν η ανόρθωση του κράτους σε κάθε τομέα, αλλά προσέκρουσε στην αντίδραση των ισχυρών που πλήττονταν από τα μέτρα που έλαβε. Οι αντιδράσεις που συνάντησε στην ενάσκηση της εξουσίας του από τους ισχυρούς και κάποιες στρατιωτικές ατυχίες και ένας τραυματισμός στο κυνήγι δημιούργησαν στον Ισαάκιο το αίσθημα της ψυχικής κόπωσης που τον οδήγησε σε παραίτηση τον Δεκέμβριο του 1059, αφού προηγουμένως όρισε ως διάδοχό του τον φίλο του Κωνσταντίνο Δούκα.
Ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος Ι’ ο Δούκας ( 1059 – 1067 ) δυστυχώς δεν ακολούθησε την ανορθωτική πολιτική του Ισαακίου Κομνηνού, αλλά συνέχισε την παρακμιακή και διεφθαρμένη διακυβέρνηση όλων όσων προηγήθηκαν του Κομνηνού. Θέλοντας να αποκτήσει πολιτικά ερείσματα επανέφερε όσους είχε απομακρύνει ο Κομνηνός, μοίρασε πολλά αξιώματα ( τιμήσεις ) και γενικώς υποσχέθηκε πολλά σε πολλούς.
Για να ανταπεξέλθει στις οικονομικές ανάγκες του κράτους άρχισε να πουλάει τα κρατικά αξιώματα και να μειώνει τις στρατιωτικές δαπάνες. Η θέση των πολιτικών υπαλλήλων έγινε πολύ καλλίτερη από την θέση των στρατιωτικών με αποτέλεσμα πολλοί στρατιωτικοί να φεύγουν από τον στρατό για να αναζητήσουν θέσεις δημοσίων υπαλλήλων.
Η αμυντική ικανότητα του κράτους περιορίστηκε και οι εξωτερικοί εχθροί επωφελήθηκαν για να αρχίσουν επιθέσεις κατά της αυτοκρατορίας.
Το 1061 οι Νορμανδοί κατέλαβαν το Βρινδήσιο, το 1064 οι Ούγγροι το Βελιγράδι. Οι Πετσενέγκοι και οι Ούζοι άρχισαν επιδρομές συντρίβοντας την βυζαντινή αντίσταση και λεηλατώντας την χώρα. Στην Ανατολή οι Σελτζούκοι Τούρκοι σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα κατέλυσαν την αραβική κυριαρχία στην Περσία, κατέλαβαν την Βαγδάτη και κυριάρχησαν στο μουσουλμανικό τμήμα της Μικράς Ασίας. Στην συνέχεια ήρθε η σειρά των περιοχών της βυζαντινής κυριαρχίας. Κατάστρεψαν την Ιβηρία και κατέλαβαν το Άνιον ( 1064 ), αυτό που είχε προσαρτηθεί επί Κωνσταντίνου Θ’ του Μονομάχου μετά από συνθήκη που είχε συνάψει ο Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος. Μετά το Άνιον εισέβαλαν οι Σελτζούκοι Τούρκοι στην Μεσοποταμία, στη Χαλδαία, Μελιτηνή, Κολώνεια, Ευφρατησία, Βαασπρακάν και στο θέμα των Αρμενιανών ( όλα αυτά ήταν βυζαντινές επαρχίες ).
Οι συνέπειες αυτών των γεγονότων ήταν μεγάλες επειδή οι καταστροφές που προέκυπταν αύξαναν τα έξοδα και τις δαπάνες του κράτους. Είναι αποδεδειγμένο ιστορικά, όπου εφαρμόστηκαν περικοπές στρατιωτικών δαπανών σε βάρος των αμυντικών αναγκών μιας χώρας, στην οποία υπήρχε κίνδυνος από εξωτερικούς εχθρούς, προκειμένου να βελτιωθούν τα οικονομικά του κράτους, το αποτέλεσμα ήταν να καταστραφεί η χώρα στρατιωτικά και τα οικονομικά της να επιδεινωθούν. Στην Ρώμη και στο Βυζάντιο η αντιλαϊκή πολιτική και η βουλιμία των ισχυρών έφεραν τον οικονομικό μαρασμό, τα αντιλαϊκά μέτρα, τις περικοπές αμυντικών δαπανών και τέλος τους βαρβάρους εντός των πυλών και όλα αυτά χωρίς να φανεί η παραμικρή οικονομική βελτίωση. Οι βουλιμία των πλουσίων πνίγει τα κράτη χωρίς η αντιλαϊκή πολιτική και η ελάττωση της αμυντικής ικανότητας να μπορεί να τα αναζωογονεί.
Ο Κωνσταντίνος Ι’ ο Δούκας υπέπεσε και σε άλλο ένα ατόπημα, αυτή την φορά σε βάρος της δικαιοσύνης. Προκειμένου να προσποριστεί χρήματα, διέστρεφε δίκες και καταδίκαζε αθώους σε δημεύσεις και μεγάλα πρόστιμα.
Η οικονομική ύφεση, οι κρατικές αδικίες και η αδυναμία υπεράσπισης των πατρίων εδαφών από τις παραμελημένες στρατιωτικές, προκάλεσαν την αγανάκτηση του λαού εναντίον του αυτοκράτορα και του κρατικού μηχανισμού και οδήγησαν στην βαθμιαία στην ψυχική αποξένωση των επαρχιών από το κέντρο, γεγονός που προκάλεσε, κατά τα χρόνια που ακολούθησαν, την ταχεία κατάρρευση της βυζαντινής κυριαρχίας στη Μικρά Ασία .
Έτσι είχε η κατάσταση στην αυτοκρατορία, όταν πέθανε ο Κωνσταντίνος Ι’ Δούκας ( Μάιος 1067 ) αφού ασθένησε για αρκετούς μήνες. Τα τρία παιδιά του επιτροπευόντουσαν από την μητέρα του Ευδοκία την Μακρεμβολίτισσα επειδή ήταν ανήλικα. Κατά την άσκηση της εξουσίας από την Ευδοκία η επιθετικότητα των Σελτζούκων Τούρκων αυξήθηκε κατακόρυφα με την λεηλασία της Καισάρειας και των περιοχών γύρω από την Αντιόχεια. Για την αντιμετώπιση της κατάστασης αυτής ήταν αναγκαία η παρουσία ενός ικανού άνδρα στην κορυφή του κράτους. Έτσι επιλέχτηκε για αυτοκράτορας ο στρατηγός Ρωμανός ο Διογένης, ο οποίος για να νομιμοποιήσει την εξουσία του νυμφεύθηκε την χήρα του Κωνσταντίνου Ι’ την Ευδοκία.
( Βιβλιογραφία:
Κωνσταντίνου Ι. Αμάντου, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, σ. 179 – 218, Έκδοση ΟΕΔΒ, Αθήναι 1977.
Διονυσίου Α. Ζακυθηνού, Βυζαντινή Ιστορία 324 – 1071, σ. 462 – 519, Αθήναι 1977.
Ιωάννου Ε. Καραγιαννοπούλου, Ιστορία Βυζαντινού Κράτους, τόμος Β’, σελίδες 481 – 563, Εκδοτικός οίκος Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1981.
Γιάννης Καραγιαννόπουλος, Το Βυζαντινό Κράτος, τόμος Β’, σελίδες 101 – 122, Εκδοτική Ερμής, Αθήνα1985.
Αικατερίνης Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία, Β’2 867 – 1081, σ, 194 – 253, Αθήναι 1988 ).
ΙΙ. Η επιτροπεία της Ευδοκίας ( Μάιος 1067 – 1η Ιανουαρίου 1068 ) και η μυθιστορηματική επιλογή του Ρωμανού Διογένη ως αυτοκράτορα.
Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου Ι’ Δούκα η χήρα του αυτοκράτειρα Ευδοκία άσκησε την εξουσία ως επίτροπος των τριών ανηλίκων τέκνων τους, Μιχαήλ, Ανδρονίκου και Κωνσταντίνου. Την πραγματική διαχείριση της εξουσίας είχε ο Μιχαήλ Ψελλός και ο καίσαρ Ιωάννης Δούκας, αδελφός του νεκρού αυτοκράτορα. Τους δύο αυτούς κατ’ ουσία κυβερνήτες στήριζε ως έμπιστος σύμβουλος ο πατριάρχης Ιωάννης Ξιφιλίνος ( Μιχαήλ Ψελλός 2, 154 κ. εξ. ).
Η ομάδα των τριών αυτών διαχειριστών της εξουσίας συνέχισε την αντιστρατιωτική πολιτική του Κωνσταντίνου Ι’ και αδιαφόρησε για τις κινήσεις των εξωτερικών εχθρών του κράτους. Στον τομέα της οικονομίας η κατάσταση ήταν απελπιστική. Οι σπατάλες είχαν εξαντλήσει τα οικονομικά του κράτους. Ο στρατός είχε περιοριστεί σε μεγάλο βαθμό, η πειθαρχία και το φρόνημά του είχαν καταπέσει και η μαχητική του ικανότητα είχε σχεδόν εκμηδενιστεί. Το αποτέλεσμα της κατάστασης αυτής ήταν οι εχθροί να εισέρχονται άφοβα στα εδάφη της αυτοκρατορίας και να καταστρέφουν και να λεηλατούν τα πάντα ( Ιωάννης Ζωναράς ΙΙΙ, 683. 3 ).
Οι Σελτζούκοι Τούρκοι, τους οποίους η αδυναμία του βυζαντινού κράτους αποθράσυνε, άρχισαν τις επιδρομές. Αρχική νίκησαν τον βυζαντινό στρατό στην Μελιτηνή και στη συνέχεια προήλασαν μέχρι την Καισάρεια την οποία λεηλάτησαν, στη συνέχεια κατάστρεψαν την Κιλικία και τέλος, αφού ενώθηκαν με Άραβες στην περιοχή του Χαλεπίου, λεηλάτησαν και κατάστρεψαν την περιοχή προς την κατεύθυνση της Αντιόχειας ( Μιχαήλ Ατταλειάτης 93, 5 κ. εξ. ).
Μπροστά σ’ αυτό τον κίνδυνο οι τρείς άθλιοι διαχειριστές τις εξουσίας διέπραξαν ένα άνευ προηγουμένου ατόπημα. Συγκρότησαν ένα ισχυρό στρατό από έμπειρους πολεμιστές, αλλά δεν του παραχώρησαν τα απαραίτητα οικονομικά μέσα για την εκστρατεία. Τα χρήματα που καταβλήθηκαν ήταν ελάχιστα μπροστά σε όσα ήταν αναγκαία για τον επισιτισμό του στρατού ( Μιχαήλ Ατταλειάτης 95, 17 ). Τότε και οι στρατιώτες, αφού έλαβαν τα ελάχιστα αυτά χρήματα, δήλωσαν ότι το κράτος τους οφείλει πολλά περισσότερα και διαμαρτυρόμενοι εγκατέλειψαν τα στρατόπεδα και επέστρεψαν στα σπίτια τους ( Μιχαήλ Ατταλειάτης 95, 21 ).
Μη μπορώντας οι ανίκανοι και πονηροί πολιτικοί, Ψελλός, Ιωάννης Δούκας και ο μυστικοσύμβουλός τους πατριάρχης Ιωάννης Ξιφιλίνος, να επιστρατεύσουν παλαιμάχους, επειδή ζητούσαν τα χρήματα που τους χρωστούσαν ήδη από προηγούμενες υπηρεσίες που κατ’ επανάληψη είχαν προσφέρει στο κράτος , διέπραξαν άλλο ένα ατόπημα μεγαλύτερο από το πρώτο, επιστράτευσαν νέους και απόλεμους στρατιώτες, στους οποίους το κράτος δεν χρωστούσε μεν χρήματα, αλλά ήταν τελείως ακατάλληλοι για πόλεμο. Αυτό λοιπόν τον απειροπόλεμο συρφετό τον έστειλαν ως στρατιωτική βοήθεια στον δούκα ( στρατιωτικό διοικητή ) της Αντιόχειας μάγιστρο Νικηφόρο Βοτανειάτη ( Μιχαήλ Ατταλειάτης 96, 2 ). Το αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας ήταν καταστροφικό. Οι απειροπόλεμοι και κακώς οπλισμένοι στρατιώτες αφού υπέστησαν αθεράπευτες ( αδιόρθωτες ) καταστροφές γύρισαν άδοξα στα σπίτια τους. Μετά απ’ αυτό ο Νικηφόρος Βοτανειάτης προσπάθησε μόνο με τις δικές του δυνάμεις να αντιμετωπίσει τις εχθρικές εφόδους, μέχρι που έπεσε στη δυσμένεια των διαχειριστών της εξουσίας και αντικαταστάθηκε ( Μιχαήλ Ατταλειάτης 96, 15 κ. εξ. ).
Το αποτέλεσμα αυτών των ενεργειών της ομάδας των τριών αθλίων διαχειριστών της εξουσίας ( Μιχαήλ Ψελλού, καίσαρα Ιωάννη Δούκα και πατριάρχη Ιωάννη Ξιφιλίνου ) τα πλήρωσε ο λαός των επαρχιών που υπέφερε από τις επιδρομές των βαρβάρων τα πάνδεινα ( Μιχαήλ Ατταλειάτης 96, 1 και 11. Ιωάννης Ζωναράς ΙΙΙ, 683, 3 κ. εξ. ).
Οι καταστροφές αυτές και οι αποτυχίες έκαναν την εκλογή νέου αυτοκράτορα απαραίτητη. Όλων οι προτιμήσεις στρέφονταν προς τον τέως δούκα Αντιοχείας μάγιστρο Νικηφόρο Βοτανειάτη ( Μιχαήλ Ατταλειάτης 96, 15 κ. εξ. ), αλλά ένα γεγονός που μεσολάβησε άλλαξε την πορεία των εξελίξεων.
Κατά την εποχή που αυτοκράτορας ήταν ο Κωνσταντίνος Ι’ ο Δούκας, στην Σαρδική, την σημερινή Σόφια, δούκας, δηλαδή στρατιωτικός διοικητής, ήταν ο στρατηγός Ρωμανός Διογένης. Σαν στρατιωτικός ο Ρωμανός ήταν ικανότατος και το κύρος του στους στρατιωτικούς κύκλους ήταν μεγάλο λόγω των επανειλημμένων επιτυχιών του στην απόκρουση των εχθρικών επιδρομών.
Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου Ι’ ο Ρωμανός, βλέποντας ότι η αδυναμία του κράτους οφειλόταν στην ηγεσία, προσπάθησε να καταλάβει την εξουσία προκειμένου να απαλλάξει το κράτος από την ανίκανη ηγεσία. Το εγχείρημα όμως αυτό προδόθηκε από έναν συνεργάτη του Ρωμανού αρμενικής καταγωγής στον οποίο εμπιστεύτηκε τα σχέδιά του ο Ρωμανός. Στο δικαστήριο, που παραπέμφθηκε για να δικαστεί για ό,τι αποτόλμησε, ο Ρωμανός παραδέχτηκε την ενοχή του χωρίς δικαιολογίες , καταδικάστηκε σε θάνατο και εξορίστηκε ( Σημ. Ο Μιχαήλ Ατταλειάτης ήταν μέλος του δικαστηρίου που καταδίκασε τον Ρωμανό, Δες Μιχ. Ατταλειάτης 98, 18 ). Οι μεγάλες υπηρεσίες που είχε προσφέρει προς το κράτος ο Ρωμανός , η καλή του φήμη και το γεγονός ότι θέλησε να σώσει το κράτος από την καταστροφή που το οδηγούσε η κακή διοίκηση, έκαναν πολλούς να ζητούν την επανάληψη της δίκης και την απαλλαγή του χάριν του κρατικού συμφέροντος ( Μιχαήλ Ατταλειάτης 97 – 98. Συνεχιστής Σκυλίτζη 122, 13 κ. εξ. ).
Η νέα δίκη έγινε υπό την προεδρία της αυτοκράτειρας Ευδοκίας, η οποία όχι μόνο συγκινήθηκε και δάκρυσε από τα παθήματα του Ρωμανού, αλλά και τον ερωτεύτηκε. Ο Ρωμανός ήταν ένας ελκυστικός άνδρας με ευγενική εμφάνιση και αθλητική κορμοστασιά. Η εύνοια της ερωτευμένης Ευδοκίας δεν άργησε να εκδηλωθεί. Τα Χριστούγεννα του 1067 στο ναό της του Θεού Σοφίας η αυτοκράτειρα Ευδοκία η Μακρεμβολίτισσα παρουσιάστηκε μαζί με τα τρία της παιδιά και ανακήρυξε τον Ρωμανό Διογένη μάγιστρο και στρατηλάτη ( Μιχαήλ Ατταλειάτης 99 ). Το επόμενο βήμα στα σχέδια της Ευδοκίας ήταν ο γάμος της με τον Ρωμανό και η αναγόρευσή του σε αυτοκράτορα. Εδώ όμως υπήρχε ένα κώλυμα, ο Κωνσταντίνος Ι’ λίγο πριν πεθάνει είχε ζητήσει και είχε λάβει από την Ευδοκία γραπτή ένορκη βεβαίωση ότι μετά τον θάνατό του δεν θα ξαναπαντρευόταν και ότι θα φρόντιζε να εξασφαλίσει τα δικαιώματα των ανηλίκων τέκνων τους στον θρόνο. Δεν έφτανε δηλαδή που ο ίδιος υπήρξε κάκιστος αυτοκράτορας και ανίκανος για να κυβερνάει, ήθελε να εξασφαλίσει στην αυτοκρατορία μια σειρά επίσης ανικάνων, λόγω κληρονομικότητας, αυτοκρατόρων που θα προερχόντουσαν από την άθλια οικογένειά του. Ο γιος του Μιχαήλ Ζ’ ο Δούκας υπήρξε πλέον ανίκανος του αειμνήστου πατρός του εις την διαχείριση της εξουσίας, και αν ο Κωνσταντίνος Ι’ υπήρξε άθλιος, ο Μιχαήλ Ζ’ υπήρξε αθλιότερος ως ηγεμόνας. Αλλά αίτιος για όλη αυτή την περιπέτεια, όπως ήδη είδαμε πιο πάνω, υπήρξε ο αυτοκράτωρ Ισαάκιος Κομνηνός, ο οποίος πριν παραιτηθεί από τον θρόνο φρόντισε να αναδείξει τον φίλο του Κωνσταντίνο Δούκα σε αυτοκράτορα και έτσι για χάρη της φιλίας Ισαακίου Κομνηνού και Κωνσταντίνου Δούκα το Βυζάντιο υπέφερε τα πάνδεινα.
Ανάλογη γραπτή βεβαίωση όπως της Ευδοκίας είχε κάνει και η σύγκλητος προς τον Κωνσταντίνο Ι’, με την οποία τον διαβεβαίωνε ότι μόνο τα παιδιά του θα αναγνώριζε ως νόμιμους αυτοκράτορες ( Ιωάννης Ζωναράς ΙΙΙ, 681, 2. Μιχαήλ Ατταλειάτης 92, 11 κ. εξ. ).
Το δεσμευτικό για την αυτοκράτειρα Ευδοκία έγγραφο βρισκόταν στην κατοχή του πατριάρχη Ιωάννη Ξιφιλίνου προς φύλαξη και αποτελούσε εμπόδιο για τον γάμο της με τον Ρωμανό. Αλλά η Ευδοκία Μακρεμβολίτισσα εκτός από νέα, όμορφη και ερωτευμένη, ήταν και έξυπνη, η μεγάλη της μόρφωση είχε οξύνει την φυσική της ευφυΐα και έτσι δεν δυσκολεύτηκε να βρει λύση στο πρόβλημά της ( Ιωάννης Ζωναράς ΙΙΙ, 685, 18 ). Ο γράφων θα ήθελε σ’ αυτό το σημείο να παρακαλέσει τις ερίτιμες αναγνώστριες και τους αξιότιμους αναγνώστες του παρόντος άρθρου αν αυτό που θα περιγράψει στην συνέχεια δεν αποτελεί αυτό που λέμε «βυζαντινή ίντριγκα», να του δώσουν οι ίδιοι άλλο παράδειγμα που να μπορεί να χαρακτηριστεί ως κλασική ίντριγκα της ενδόξου μεσαιωνικής μας ιστορίας.
Ο πατριάρχης Ιωάννης είχε έναν ανιψιό νέο σε ηλικία γάμου που ονομαζόταν Βάρδας ( Ιωάννης Ζωναράς ΙΙΙ 686, 5 ). Έτσι η Ευδοκία έστειλε στον πατριάρχη έναν έμπιστό της ευνούχο να τον ενημερώσει εμπιστευτικά ότι ήθελε για σύζυγό της τον νεαρό Βάρδα, αλλά υπήρχε το εμπόδιο του εγγράφου όρκου της που είχε ο πατριάρχης στην κατοχή του. Αν λοιπόν ο πατριάρχης ήθελε να βοηθήσει και τις έδινε πίσω το έγγραφο, τότε αυτή θα είχε σύζυγο τον ανιψιό του και το κράτος θα αποκτούσε αυτοκράτορα ( Ιωάννης Ζωναράς ΙΙΙ 686. 7 ). Έτσι ο πατριάρχης έπεσε στην παγίδα και όπως το ψάρι, ο τόννος, κατάπιε το δόλωμα ( Συνεχιστής Σκυλίτζη 123, 15 ). Άρχισε να καλεί έναν - έναν τους συγκλητικούς και να καταδικάζει την ύπαρξη του εγγράφου, αλλά και τον νεκρό Κωνσταντίνο Ι’ να κατηγορεί ότι δεν ενδιαφερόταν για το κοινό συμφέρον, αλλά από ζηλοτυπία ζήτησε τον έγγραφο όρκο, ο οποίος ήταν ενάντιος προς τους θεσμούς ( έκθεσμος ) και παράνομος ( Ιωάννης Ζωναράς ΙΙΙ 687, 2 ). Στη συνέχεια δε τόνιζε την ανάγκη να βρει η αυτοκράτειρα δεύτερο σύζυγο για να τεθεί το κράτος κάτω από την στιβαρή ηγεσία ενός άντρα ( Ιωάννης Ζωναράς ΙΙΙ 686, 13 κ. εξ. ). Βέβαια σκόπιμα ο πατριάρχης απέφευγε να αναφέρει το όνομα του Βάρδα, επειδή κανένας δεν τον εκτιμούσε. Είχε όμως την ελπίδα ότι, αν η Ευδοκία ελάμβανε την συγκατάθεση της συγκλήτου για δεύτερο γάμο και μετά να ανακοίνωνε το όνομα του γαμπρού, να έφερνε όλους προ τετελεσμένου γεγονότος και να μην υπήρχε αντίδραση.
Η σύγκλητος συμφώνησε και η αντίδραση κάποιων ελαχίστων ξεπεράστηκε με δώρα και υποσχέσεις ( Ιωάννης Ζωναράς ΙΙΙ 687, 7. Συνεχιστής Σκυλίτζη 124, 5 κ. εξ. ). Το δεσμευτικό για την Ευδοκία έγγραφο δεν είχε αξία μπροστά στο εθνικό συμφέρον και μπορούσε να βρει έναν νέο σύζυγο. Ο πατριάρχης αμέσως έσπευσε να ανακοινώσει στην αυτοκράτειρα την δεδηλωμένη θέση της συγκλήτου και να της παραδώσει το έγγραφο της ένορκης υπόσχεσής της. Ο δρόμος ήταν πλέον ανοικτός για την Ευδοκία και τον Ρωμανό. Την νύχτα της 31ης Δεκεμβρίου 1067 ο Ρωμανός μπήκε οπλισμένος στο Ιερό Παλάτιο και αμέσως έγινε ο γάμος του με την Ευδοκία. Το επόμενο πρωί 1η Ιανουαρίου 1068 στέφτηκε αυτοκράτωρ ( Μιχαήλ Ατταλειάτης 101. Συνεχιστής Σκυλίτζη 124, 5. Ιωάννης Ζωναράς ΙΙΙ 687 ). Υπήρξε μία αντίδραση από την φρουρά των Βαράγγων, η οποία αρνήθηκε να αναγνωρίσει τον νέο αυτοκράτορα, αλλά η δήλωση των τριών γιών της Ευδοκίας ότι με την δική τους συγκατάθεση έγινε η αναγόρευση του Ρωμανού σε αυτοκράτορα ήταν αρκετή για να κάμψει κάθε αντίδραση ( Συνεχιστής Σκυλίτζη 124 ).
Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2010
Η ΑΝΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟ
Υπό Γεωργίου - Μιχαήλ Δ. Καραχάλιου.
Μετά την δολοφονία της Αμαλασούνθας το 535 Ιουστινιανός βρήκε την αφορμή που ζητούσε για να εισβάλλει στην Ιταλία. Βυζαντινός στρατός άρχισε την εισβολή από τη Δαλματία υπό τη διοίκηση του στρατηγού Μούνδου, ενώ ο Βελισάριος αποβιβάστηκε στη Σικελία. Το 536 ο Θευδάτος μετά από συνεχείς στρατιωτικές αποτυχίες χάνει τον θρόνο του και αποκεφαλίζεται από τους Γότθους ευγενείς. Ο Ουΐτιγης, σύζυγος της Ματασούνθας, κόρης της Αμαλασούνθας, γίνεται βασιλιάς και ζητά ειρήνη από τον Ιουστινιανό, αλλά το αίτημα του απορρίπτεται. Το 535 ο Ουΐτιγης ζητά ξανά ειρήνη, αλλά χωρίς ανταπόκριση. Το 539 εισβάλλει από τα βορειοδυτικά ο Φράγκος βασιλιάς Θευδίβερτος με καιροσκοπικές διαθέσεις πολεμώντας κατά Γότθων και Βυζαντινών. Ο Βελισάριος τον κατηγόρησε όχι μόνο ως προδότη της συμμαχίας με τον Αυτοκράτορα αλλά και της κοινής ορθόδοξης πίστης ( Προκόπιος, Πόλεμοι Ιουστινιανού, ΣΤ, 25, 19 -23 ). Ο Θευδίβερτος μπροστά στην κατακραυγή των συμπολεμιστών του, επειδή πολεμούσε κατά των ομοθρήσκων Βυζαντινών, αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Εδώ πρέπει να σημειώσει ότι από τους πέντε λαούς των βαρβάρων της Δύσης, ήτοι Οστρογότθους, Βησιγότθους, Βανδάλους, Βουργουνδούς και Φράγκους, μόνο οι τελευταίοι ήταν ορθόδοξοι, πάντες οι υπόλοιποι ήταν Αρειανισταί. Το μοναδικό ορθόδοξο βασίλειο στη Δύση ήταν των Φράγκων, που υπό την ηγεσία της δυναστείας των Μεροβιγγείων βασιλέων ακολουθούσε την ορθή πίστη των τεσσάρων, μέχρι την εποχή εκείνη, οικουμενικών συνόδων. Οι Μεροβίγγειοι βασιλείς των Φράγκων ήταν οι μόνοι στην Δύση που εδέχοντο την ορθή πίστη της Νικαίας, ήτοι τον Χριστό ως ‘‘ Θεό αληθινό εκ Θεού αληθινού γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί ’’.
Το 540 ο Βελισάριος απελευθερώνει την Ραβέννα και ο Ουΐτιγης στέλνεται στην Κωνσταντινούπολη ως ''προστατευόμενος '' του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού.
Νέος βασιλιάς των Γότθων γίνεται ο Ιλδίβαλδος, αλλά το Μάϊο του 541 δολοφονείται από τους Γότθους και γίνεται βασιλιάς ένας άγνωστος Ρούγκος, ο Ελάριχος, για να δολοφονηθεί και αυτός με τη σειρά του από τον ανεψιό του Ιλδιβάλδου τον Βάδβιλα, που έγινε γνωστό σε μας με το υποκοριστικό Τωτίλας και ο οποίος έγινε βασιλιάς.
Μόλις ο Τωτίλας ανέβηκε στο θρόνο άρχισε την αντεπίθεση κατά των Βυζαντινών και σημείωσε σημαντικές επιτυχίες. Κατά την εποχή εκείνη ο Βελισάριος απουσίαζε στην Ανατολή πολεμώντας κατά των Περσών. Λόγω της μεγάλης έκτασής της, η βυζαντινή αυτοκρατορία πολεμούσε, πολλές φορές, συγχρόνως σε δύο και τρία μέτωπα. Η κακή τροπή των πολεμικών πραγμάτων στην Ιταλία ανάγκασε τον Ιουστινιανό να διατάξει τον Βελισάριο μας γυρίσει στην Ιταλία, αλλά τον ανακάλεσε μετά από μικρό χρονικό διάστημα γιατί ο κίνδυνος στο Περσικό μέτωπο ήταν πολύ μεγάλος. Κατά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του στην Ιταλία ο Βελισάριος διέθετε 4.500 άντρες και αργότερα περίπου 7.000. Οι στρατιωτικές δυνάμεις αυτές ήταν πολύ μικρές σε σχέση με τις δεκαπέντε χιλιάδες ανδρών που του είχε δώσει ο Ιουστινιανός προκειμένου να διαλύσει το κράτος των Βανδάλων στην Βόρειο Αφρική.
Το 550 ο Τωτίλας καταλαμβάνει την Ρώμη, η υπομονή του Ιουστινιανού εξαντλείται και αρχίζει η μεγάλη βυζαντινή αντεπίθεση.
Το 551 ο στρατηγός Ναρσής επικεφαλής των αυτοκρατορικών στρατευμάτων καταλαμβάνει τη Δαλματία και το 552 καταστρέφεται ο γοτθικός στόλος σε ναυμαχία κοντά στην Αγκώνα, έξω από την Sena Gallia ( Sinigalia ). Μετά από αυτό το ναυτικό συμβάν εξαφανίζεται οριστικά ο γοτθικός στόλος από το πρόσωπο της ιστορίας.
Στις 6 Ιουνίου 552 ο Ναρσής με 18.000 στρατό καταλαμβάνει την Ραβέννα. Επακολουθεί μάχη στην περιοχή Busta Gallorum ( σε ανάμνηση της νίκης των Ρωμαίων επί των Γαλατών το 295 π. Χ. ) εκεί συντρίβεται ο γοτθικός στρατός και φονεύεται ο Τωτίλας.
Νέος βασιλιάς των Γότθων γίνεται ο Τεΐας που προβάλλει την ύστατη αντίσταση κατά των αυτοκρατορικών δυνάμεων.
Το 552 διαλύεται η οστρογοτθική στρατιά σε διήμερη μάχη στο Mons Lactaricus ( Monte Lettere ) νότια της Νεάπολης από τους βυζαντινούς υπό την διοίκηση του Ναρσή. Αυτό είναι και το τέλος της κυριαρχίας των Οστρογότθων στην Ιταλία.
Τον Ιούνιο του553 ο Βασιλιάς των Φράγκων Θευδίβαλδος στέλνει μια στρατιά Φράγκων και Αλαμανών στην κοιλάδα του Πάδου.
Το 554, προς το τέλος του καλοκαιριού, ο Ναρσής διαλύει τους Φραγκό - Αλαμανούς σε μία μάχη στις όχθες του ποταμού Κασουλίνου ( Volturno ) κοντά στην Κάπουα. Αυτό είναι το νικηφόρο τέλος του πολέμου του Ιουστινιανού στην Ιταλία που κράτησε δεκαοχτώ χρόνια και ερημώσει τελείως την χώρα. Η βυζαντινή κυριαρχία είναι πλήρης σε όλη την Ιταλία από την μια άκρη ως την άλλη και '' ουαί τοις ηττημένοις ''. Ένα ανώνυμο χρονικό της εποχής εκείνης λέει σχετικά: '' Ο πατρίκιος Ναρσής έδωσε ξανά την Ιταλία στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και ανήγειρε ξανά τις γκρεμισμένες πόλεις και, καταστρέφοντας τους Γότθους, έδωσε ξανά στους λαούς της Ιταλίας την παλιά τους χαρά '' ( Monumenta Germaniae Historica , Auctores Antiquissimi (MGH, AA), IX, 267, 337, Berlini 1877 - 1898 ).
Η ύψωση του Τιμίου Σταυρού.
Υπό Γεωργίου - Μιχαήλ Δ. Καραχάλιου.
Στις 14 Σεπτεμβρίου, η Ορθοδοξία γιορτάζει την ύψωση του Τιμίου Σταυρού. Στην εκκλησιαστική μας ιστορία υπάρχουν τρείς υψώσεις του Τιμίου Σταυρού. Η πρώτη ύψωση είναι τότε που σταυρώθηκε ο Χριστός , η δεύτερη ύψωση είναι τότε που η Αγία και Ισαπόστολος Αυτοκρατόρισσα Αυγούστα Ελένη, η μητέρα του Αγίου και Ισαποστόλου Αυτοκράτορος Αυγούστου Κωνσταντίνου του Μεγάλου, βρήκε τον Τίμιο Σταυρό και τον ανύψωσε στο ναό της Αναστάσεως στα Ιεροσόλυμα, τέλος, η τρίτη ύψωση είναι η θριαμβευτική επιστροφή στην Ιερουσαλήμ του Τιμίου Σταυρού τον οποίο είχαν πάρει οι Πέρσες όταν κατέλαβαν την πόλη και τον επέστρεψαν όταν τους νίκησε ο Aυτοκράτορας Ηράκλειος o Μέγας.
Η σταύρωση του Χριστού είναι ένα ιστορικό γεγονός το οποίο βεβαιώνεται από πληθώρα πηγών, χριστιανικών και μη.
Ομοίως και η επαναφορά του Σταυρού, τον οποίο είχαν πάρει οι Πέρσες από τον Ναό της Αναστάσεως στα Ιεροσόλυμα, από τον Αυτοκράτορα Ηράκλειο είναι γεγονός που περιγράφεται από πηγές σύγχρονες της εποχής εκείνης.
Η εύρεση όμως του Τιμίου Σταυρού, επί του οποίου σταυρώθηκε ο Χριστός, από την Αγία και Ισαπόστολο Αυτοκράτειρα, Αυγούστα Ελένη, την μητέρα του Αγίου και Ισαποστόλου Αυτοκράτορα, Αυγούστου Κωνσταντίνου του Μεγάλου, κατά το ταξίδι της στους Αγίους Τόπους δεν μαρτυρείται από πηγές σύγχρονες με την εποχή εκείνη. Σύμφωνα με την σύγχρονη ιστορική έρευνα η διήγηση για την εύρεση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού του Σωτήρoς από την Αγία και Ισαπόστολο Αυτοκράτειρα και Άγουστα Ελένη είναι ένας μεταγενέστερος ο θρύλος ( βλέπε σχετικά Κ. Βάζου, Οι Αυτοκρατόρισσες του Βυζαντίου, τόμος Α', σελίς 113, Αθήνα 1965 ). Ο σοφός βυζαντινολόγος και δάσκαλος μου στη μελέτη της ιστορίας του βυζαντινού κράτους και της μεθοδολογίας της ιστορικής έρευνας από τις πηγές της ιστορίας, ο αοίδιμος Μητροπολίτης Επιδαύρου (ΓΟΧ) Κωνστάντιος Βαρζός, επίκουρος καθηγητής της ιστορίας του βυζαντινού κράτους της φιλοσοφικής σχολής του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, θεωρεί την διήγηση περί την εύρεση του Τιμίου Σταυρού μη γνήσιο κατασκεύασμα του Ε' μ. Χ. αιώνος και ιδού γιατί:
Η Αγία Ελένη επήγε στα Ιεροσόλυμα το 327 μ. Χ. και έφυγε από εκεί το 328, απέθανε δε το 329 ή 330. Ο γνωστός σ' εμάς ως Ανώνυμος ( ήταν προσκυνητής ) ιστορικός συγγραφέας βρισκόταν στα Ιεροσόλυμα το 333 και στην έκθεση του ταξιδιού του που μας άφησε αναφέρει λεπτομερώς τα σχετικά με το ταξίδι της Αγίας Ελένης στους Αγίους Τόπους χωρίς να αναφέρει κάτι για το τόσο σημαντικό θέμα του θαύματος της εύρεσης του Τιμίου Σταυρού ( βλέπε περί του Ανωνύμου στον Βαρζό ένθα ανωτέρω, σελίς 113 ).
Αλλά και ο Καισαρείας Ευσέβιος ( ή Ψευδοευσέβιος, περί του χαρακτηρισμού αυτού βλέπε Βαρζό ενθ. ανωτ. σελ. 44, υποσημ. 26 ) δεν αναφέρει κάτι σχετικό με την εύρεση του Τιμίου Σταυρού στο έργο του «Εις τον βίον Κωνσταντίνου του Βασιλέως λόγοι τέσσαρες» (PG, vol. 20, col. 905 - 1229).
Την εξιστόρηση περί την εύρεση του Τιμίου Σταυρού από την Αγία Ελένη την συναντάμε για πρώτη φορά σε συγγραφείς του ε' αιώνα, ήτοι στον Θεοδώρητο τον Κύρρου ( Εκκλ. Ιστορία, P G, vol. 82, col. 960 ), τον Σωκράτη τον Σχολαστικό ( Εκκλ. Ιστορία, P G, vol. 67, col. 117 ) και τον Σωζομενό ( Ερμεία Σωζομενό Σαλαμίνιο ) (Εκκλ. Ιστορία, P G, vol. 67, col. 932 - 933 ).
( P G σημαίνει Patrologia Graeca, ήτοι Ελληνική Πατρολογία και είναι έκδοση του Αββά J.P. Migne στο Παρίσι κατά τα έτη 1857 - 1866. Στην Ελλάδα η σειρά αυτή επανεκδίδεται από τον πρωτοπρεσβύτερο π. Ιωάννη Διώτη από το 1987 και περατώθηκε τον Μάρτιο του 2007. Η σειρά αυτή αποτελείται από 161 τόμους εκ των οποίων ο 16 τόμος και ο 87 τόμος περιλαμβάνουν τρία τεύχη και ο 86 τόμος δύο τεύχη, άρα το σύνολο των βιβλίων της σειράς είναι 167. Με την ευκαιρία αυτή θέλω να υπογραμμίσω ότι ο πατήρ Ιωάννης Διώτης με την εκδοτική του αυτή προσπάθεια πέτυχε σε εκείνο στο οποίο απέτυχε η Ακαδημία Αθηνών, η Εκκλησία της Ελλάδος και το Βατικανό. Θεωρώ δε, ότι αξίζει κάθε τιμή και έπαινος στο φιλόπονο αυτό κληρικό ).
Σχετικά δε με τον Σταυρό που ανύψωσε η Αγία Ελένη στο ναό της Αναστάσεως στα Ιεροσόλυμα νομίζω ότι πρέπει να ήταν κάποιος Σταυρός ο οποίος να θύμιζε στους πιστούς την σταύρωση και που με τα χρόνια θεωρήθηκε ότι είναι ο πραγματικός ο Σταυρός του Χριστού και πλάστηκε έτσι και η σχετική διήγηση για την εύρεσή του. Πάντως αυτός είναι ο Σταυρός τον οποίο, αιώνες μετά, απήγαγε από τα Ιεροσόλυμα ο βασιλιάς των Περσών Χοσρόης και τον επανέφερε στη θέση του, αφού νίκησε τους Πέρσες, ο Αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ηράκλειος ο Μέγας.
Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010
Ευρυκλής Λαχάρους Λακεδαιμόνιος ( 63 πΧ. – 14 μΧ. ).
Υπό Γεωργίου - Μιχαήλ Δ. Καραχάλιου
Μετά τον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ του Οκταβιανού και του Αντωνίου, του οποίου η καθοριστική αναμέτρηση υπήρξε η ναυμαχία του Ακτίου ( 12 Σεπτεμβρίου 31 π.Χ. ), ο νικητής Οκταβιανός υπήρξε μεγαλόψυχος με εκείνες τις πόλεις που με επικεφαλής την Αθήνα είχαν ταχθεί στο πλευρό του Αντωνίου, υπήρξε όμως και πλέον ευνοϊκός για εκείνες τις πόλεις, που με επικεφαλής τη Σπάρτη, είχανε συμπαραταχθεί μαζί του στον αγώνα κατά του Αντωνίου.
Ειδικά στην Σπάρτη, η οποία είχε φιλοξενήσει και την σύζυγό του Λιβία πριν τον γάμο τους, όταν το 40 π.Χ. είχε καταφύγει εκεί λόγω των εμφυλίων συγκρούσεων στην Ιταλία, ο Οκταβιανός επεφύλαξε τιμές και ανταμοιβές μεγάλες. Παραχώρησε στην δικαιοδοσία τον Σπαρτιατών το νησί των Κυθήρων, την Καρδαμύλη, τις Φαρές και την Θουρία, όλες πόλεις μεσσηνιακές ( Δίων Κάσσιος, βιβλ. 54, 7, στην Roman History, vol. VI, p. 299, εκδ. Loeb, London 1917 ). Ανέθεσε στους Λακεδαιμονίους την προεδρία των Ακτείων, αγώνων που είχε θεσπίσει σε ανάμνηση της νίκης στο Άκτιο και που ελάμβαναν χώρα ανά πενταετία ( πεντετηρικοί αγώνες ) (Βίκτωρος Δουρουύ, Ακαδημαϊκού, Ιστορία των Ρωμαίων, σ. 602 - 603, εκδ. Παρασκήνιον, Αθήνα Ιούνιος 2000 ). Τέλος, το 21 π.Χ. επισκέφτηκε ο Οκταβιανός την Σπάρτη και παρακάθισε στα συσσίτια αυτής (Σπ. Λάμπρου, Ιστορία της Ελλάδος, τόμος Γ', σελ. 90 -91, εκδ. Δημιουργία, Αθήνα 1998 και Σαράντης Ι. Καργάκος, Ιστορία της Σπάρτης, τόμος Β', σελ. 714, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2006).
Τα συσσίτια ήταν κοινά γεύματα που κατ' ουσία αποτελούσαν συνεστιάσεις στρατοπέδου, ένας θεσμός πολιτικοστρατιωτικός ο οποίος στόχευε στην τόνωση των δεσμών μεταξύ των Λακώνων. Τα κοινά γεύματα, που τα είχε θεσπίσει ο αρχαίος Σπαρτιάτης νομοθέτης Λυκούργος, επιβάρυναν έκαστο των πολιτών, στη δωρική δε διάλεκτο ονομάζονταν «φιδίτια» ή «ανδρεία» διότι απευθύνονταν αποκλειστικά στον ελεύθερο άρρενα πληθυσμό. Τα συσσίτια διεξάγονταν με την προσφορά του «μέλανος ζωμού», η δε συμμετοχή τους σ' αυτά ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την απονομή σε έναν Λάκωνα πολιτικών δικαιωμάτων ( Εγκυκλοπαίδεια του Ηλίου, λήμμα Λυκούργος ).
Η Ελλάς μετά τους τρεις ρωμαϊκούς εμφυλίους πολέμους, ήτοι του Καίσαρος κατά του Πομπηΐου, των Βρούτου και Κασσίου κατά Οκταβιανού και Αντωνίου και, τέλος, του Οκταβιανού κατά του Αντωνίου, έπαθε μεγάλες καταστροφές, οι οποίες όμως επουλώθηκαν κατά την μακρόχρονη ειρηνική περίοδο που ακολούθησε.
Η Ελλάς έγινε επαρχία του ρωμαϊκού κράτους, την οποία διοικούσε ένας ανθύπατος με έδρα την Κόρινθο. Η θητεία του ανθυπάτου αυτού ήταν ετήσια, αλλά στην δικαιοδοσία του δεν υπαγόταν όλη η Ελλάς γιατί πολλές πόλεις και περιοχές της εξακολουθούσαν να θεωρούνται από το ρωμαϊκό κράτος ελεύθερες και σύμμαχοι.
Έτσι η Αθήνα, η Σπάρτη, το κοινό τον Ελευθερολακώνων, το Άργος, η Ελάτεια, οι Αβές ( αι Αβαί ), οι Θεσπιές, ή Τανάγρα, η Αιτωλία, η Ακαρνανία και η Θεσσαλία διατήρησαν την αυτονομία τους ως σύμμαχοι του ρωμαϊκού κράτους. Στην δικαιοδοσία του ανθυπάτου που είχε έδρα την Κόρινθο υπαγόντουσαν η Αχαϊκή συμπολιτεία, η Βοιωτία και η Φωκίδα.
Ειδικά η Αθήνα διατήρησε επί αιώνες, μέχρι του μεγάλου Κωνσταντίνου και των πρώτων διαδόχων του, το αρχαίο πολίτευμα της. Επί του Αυγούστου και των διαδόχων του προσαγορευόταν ως ελεύθερα και σύμμαχος πολιτεία ( civitas libera et foederata ) και απολάμβανε όλων των δικαιωμάτων του ελεύθερου συμμάχου κράτους. Επί του αυτοκράτορα Τιβέριου ( 14 - 37 μ.Χ. ) ο Γερμανικός, θετός εγγονός του Αυγούστου, διερχόμενος από την Αθήνα ως ο Ρωμαίος στρατηγός, είχε προ αυτού έναν μόνο ραβδούχο ( lictorem, lictor στην ονομαστική ) προπορευόμενο γιατί δεν επιτρεπόταν σε ελεύθερη πόλη να έχει περισσότερους ( Tacit. Annales II, 53 , στον Τacitus, vol. III, εκδ. Loeb, London 1931 ).
Στην δικαιοδοσία του Ρωμαίου ανθυπάτου υπαγόταν μόνο η Αχαϊκή συμπολιτεία, η Βοιωτία και η Φωκίδα. Γι αυτό τον λόγο η επαρχία έφερε το όνομα Αχαΐα και όχι Ελλάς.
Βέβαια οι ελεύθερες και αυτόνομες εκείνες πόλεις και περιοχές δεν διέφευγαν τον έλεγχο του ρωμαϊκού κράτους, αλλά η ελευθερία και η αυτονομία τους είχαν τα όρια τους και οι αυτοκράτορες της Ρώμης, είτε άμεσα είτε διά του ανθυπάτου της Κορίνθου, επενέβαιναν πολλές φορές στα εσωτερικά των πόλεων και των χωρών εκείνων. Αλλά οι πόλεις αυτές ήταν απαλλαγμένες από φόρους, δεν κατεχόντουσαν από τα ρωμαϊκά στρατεύματα και η διακυβέρνηση της καθεμιάς γινόταν σύμφωνα με τους πατροπαράδοτους νόμους και θεσμούς τους.
Έτσι στις περιοχές αυτές αναπτύχθηκε μια ειδικού τύπου ανεξαρτησία η οποία τις βοήθησε να διατηρήσουν τον εθνικό τους χαρακτήρα. Στις περιοχές αυτές αναδείχθηκαν Έλληνες άρχοντες, φίλοι των Ρωμαίων, οι οποίοι πολλές φορές χρησιμοποιήθηκαν στα ανώτατα αξιώματα της κεντρικής ο ρωμαϊκής εξουσίας και άλλες φορές τους ανατέθηκε από τους Ρωμαίους Αυτοκράτορες κάποια αποστολή σε μια άλλη χώρα που ήταν κάτω από την κυριαρχία της Ρώμης (Κ. Παπαρρηγοπούλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους , βιβλίον όγδοον, σελ. 28 – 29 και 31 - 33, εκδ. ΣΤ', Αθήναι 1932).
Χαρακτηριστικός τύπος ενός τέτοιου Έλληνα άρχοντα φίλου των Ρωμαίων είναι ο Σπαρτιάτης Ευρυκλής ο γιος του Λαχάρους, τον οποίον ο φίλος του αυτοκράτορας Οκταβιανός Αύγουστος έκανε ηγεμόνα των Λακεδαιμονίων.
Ο Λάχαρης, ο οποίος θεωρούσε γενάρχες της οικογένειας του τους Διοσκούρους, είχε καταδικαστεί από τον Αντώνιο σε θάνατο για ληστρικές επιδρομές που διέπραξε σε βάρος των κατοίκων περιοχών πλησίον της Σπάρτης. Και ίσως οι πράξεις αυτές για τους Σπαρτιάτες να θεωρούντο σύμφωνες με τον πατροπαράδοτο σπαρτιατικό νόμο και ίσως ακόμη να θεωρούντο μία μορφή μεσσηνιακού πολέμου , αλλά για τον Ρωμαίο Αντώνιο ήταν πράξεις εγκληματικές κι έτσι ο Λάχαρης, που τις διέπραξε, καταδικάστηκε σε θάνατο διά πελεκισμού.
Μετά λίγο καιρό από τα γεγονότα αυτά άρχισε ο εμφύλιος πόλεμος μεταξύ του Αντωνίου και του Οκταβιανού, στον οποίο οι Σπαρτιάτες πολέμησαν στο πλευρό του Οκταβιανού ( Παπαρρηγόπουλος ενθ. ανωτ. και Σπ. Λάμπρος ενθ. ανωτ. και Σαράντης Ι. Καργάκος, Ιστορία της Σπάρτης, τόμος Β', σελ. 712 - 713, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2006 ). Κατά τη ναυμαχία του Ακτίου ο Ευρυκλής πολέμησε με μεγάλη γενναιότητα επιθυμώντας να εκδικηθεί το θάνατο του πατέρα του. Όταν σε κάποια φάση της ναυμαχίας η Κλεοπάτρα έφυγε με τα εξήντα πλοία της και έγινε αντιληπτή από τον Αντώνιο, εκείνος την ακολούθησε και ανέβηκε μάλιστα στην ναυαρχίδα της την «Αντωνία». Εκείνη την στιγμή εμφανίστηκαν πλοία από τον στόλο του Οκταβιανου και άρχισαν να καταδιώκουν τους φυγάδες τον. Ένα από αυτά ήταν και το πλοίο του Ευρυκλή, το οποίο διακρίθηκε για την επιμονή με την οποίαν καταδίωκε τον Αντώνιο. Ο Ευρυκλής πλήρης πολεμικής μανίας έσειε με ανυπομονησία την λόγχη του και κοιτούσε προς την κατεύθυνση της ναυαρχίδας του Αντωνίου έτοιμος, μόλις θα πλησίαζε σε αποστολή βολής, να τον χτυπήσει εκτοξεύοντας τη λόγχη εναντίον του. Ήταν τόσο μεγάλη η επιμονή του Ευρυκλή στο να καταδιώκει το πλοίο του Αντωνίου, ώστε ο τελευταίος με αγανάκτηση κραύγασε απευθυνόμενος προς τον διώκτη του:
- Τις ο διώκων Αντώνιον;
Για να λάβει ευθύς αμέσως την απάντηση:
- Ευρυκλής ο Λαχάρους, τη του Καίσαρος τύχη τον του πατρός εκδικών θάνατον.
Τελικά όμως δεν κατόρθωσε ο Ευρυκλής να πλήξει τη ναυαρχίδα, αλλά κυρίευσε το δεύτερο μετά τη ναυαρχίδα διοικητικό πλοίο, το οποίο λαφυραγώγησε καθώς και άλλο ένα πλοίο, εντός του οποίου βρισκόντουσαν πολυτελή σκεύη και πράγματα μεγάλης αξίας ( Πλουτάρχου, Αντώνιος, § § 66 & 67, στους Parallel Lives, vol. IX, pp. 289 – 291, εκδ. Loeb, London 1920 ).
Την ιστορία αυτή την διηγήθηκε στον Πλούταρχο ο απόγονος του Ευρυκλή συγκλητικός Julius Eurycles Herculanus και στον οποίο ο Πλούταρχος πιθανότατα αφιέρωσε το έργο του «Περί του εαυτόν επαινείν ανεπιφθόνως» ( Πλουτάρχου Αντώνιος, § 67, υποσημείωση 312 – σχόλιο σελ. 571, εκδ. Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2006 ).
Μετά την περίλαμπρη νίκη ο Οκταβιανός αντάμειψε τον Ευρυκλή δίνοντας του τον τίτλο του Ρωμαίου πολίτη και εντάσσοντας τον στην Φαβία φυλή της Ρώμης με το όνομα Γάιος Ιούλιος Ευρυκλής προς τιμήν του Ιουλίου Καίσαρος (Σωκράτης Β. Κουγέας, Γάιος Ιούλιος Ευρυκλής, στο αφιέρωμα Λακωνία, σελ. 31, εκδ. Παπαδήμας, Αθήνα 1998).
Ακόμη , ο Ευρυκλής έλαβε ως δώρο την νήσο Κύθηρα ως προσωπική του περιουσία και τον τίτλο του ηγεμόνα των Λακεδαιμονίων. Ποιο ήταν το έργο του ως ηγεμόνα δεν γνωρίζουμε. Η Σπάρτη διατηρούσε κατά την εποχή εκείνη, αλλά και αργότερα, τους περισσότερους από τους αρχαίους θεσμούς της, ήτοι την εκκλησία του δήμου, την γερουσία, τους νομοφύλακες και τα λοιπά. Μόνον ο βασιλείς συνεχώς δεν αναφέρονται, αλλά απλώς εκ διαλειμμάτων. Όποτε μας επιτρέπεται να φανταστούμε ότι το αξίωμα που δόθηκε από τον Οκταβιανό στον Ευρυκλή ήταν η βασιλεία ( Παπαρρηγόπουλος ενθ. ανωτ. και Σπ. Λάμπρος ενθ. ανωτ. και Σ. Καργάκος, σ. 715 ). Σχετικά με τα Κύθηρα ο Στράβων μας δίνει την πληροφορία ότι ο Ευρυκλής από μόνος του τα κατέλαβε ως προσωπική του περιουσία( Στράβωνος Γεωγραφικά, βιβλίο 8, κεφ.5, § 1 στην Strabo Geography, vol. IV, p. 127, εκδ. Loeb, London 1937 ). Εδώ πρέπει να λάβουμε υπ όψη μας ότι ο Στράβων είναι σύγχρονος με τα γεγονότα ( 65 π.Χ. – 23 μ.Χ. ) και γι αυτό πρέπει να θεωρήσουμε ότι η πληροφορία είναι ακριβής.
Αλλά σε ένα άνθρωπο σαν τον Ευρυκλή θα είχε πολύ μικρή αξία η τιμή που του έγινε και τα όσα απέκτησε . H Σπάρτη ήταν πολύ μικρή γι αυτόν, είχε χάσει την παλιά της αίγλη και η στρατιωτική της δυνατότητα ήταν μηδαμινή. Έτσι ο Ευρυκλής αποφάσισε να ζητήσει αλλού την τύχη του και γι αυτό ταξίδεψε στην Ιουδαία, όπου παρέμεινε φιλοξενούμενος του Ηρώδη από το 10 ως το 9 π.Χ. ( Ήλιος, λήμμα Ευρυκλής ). Δεν είναι παράξενο το ότι ένας Σπαρτιάτης ηγεμών αποφάσισε να μεταβεί στην γη του Ιορδάνη παρά σε κάποιο άλλο μέρος, γιατί από πολύ καιρό οι Έλληνες διατηρούσαν άκρως φιλικές σχέσεις με τους Ιουδαίους. Το 144 π.Χ. οι Σπαρτιάτες συνομολόγησαν συνθήκη φιλίας με τους Ιουδαίους και το 136 π.Χ. απέστειλαν συγχαρητήριες επιστολές προς τον τότε αρχιερέα Σίμωνα. Το 126 π.Χ., επί άρχοντος Αγαθοκλέους, έφτασε στην Αθήνα η πρεσβεία του αρχιερέα και εθνάρχου των Εβραίων Ιωάννου Υρκανού, και ο Δήμος των Αθηναίων εξέδωσε ψήφισμα προς τιμήν του ηγεμόνα εκείνου ( Παπαρρηγόπουλος ενθ. ανωτ. ). Η πολιτική κατάσταση που επικρατούσε στην Ιουδαία την εποχή της επίσκεψης του Ευρυκλέους ήταν εξαιρετικά ωφέλιμη για έναν άτομο πανούργο όπως αυτός. Στην Ιουδαία κατά την εποχή εκείνη και βασίλευε ο Ηρώδης, τον οποίο είχαν βρει πολλές οικογενειακές συμφορές και ιδίως από την αντιζηλία των γιων του, του πρωτοτόκου Αντιπάτρου από την μια μεριά και των Αριστόβουλο και Αλέξανδρό από την άλλη. Τον Αντίπατρο τον είχε αποκτήσει ο Ηρώδης από την πρώτη σύζυγό του Δωρίδα (Δωρίς, Doris) και τους Αριστόβουλο και Αλέξανδρό τους είχε αποκτήσει από την δεύτερη σύζυγο του Μαριάμνη την Α'.
Η Μαριάμνη ήταν εγγονή του Ασμοναίου ηγεμόνα της Σαμάρειας Υρκανού του β'. Ο Ηρώδης είχε λάβει δύο συζυγούς με το όνομα Μαριάμνη από τις συνολικά δέκα συζύγους του, από τις οποίες απέκτησε δέκα γιούς και πέντε θυγατέρες ( Ήλιος, λήμμα Ηρώδης ).
Η δεύτερη Μαριάμνη έγινε σύζυγός του το 23 π.Χ. και έμεινε στην ιστορία με το παρωνύμιο «αρχιερατική» γιατί ο Ηρώδης αναγόρευσε τον ιερέα πατέρα της Βοήθο σε αρχιερέα προκειμένου να την ευχαριστήσει ( Σάββα Χ. Αγουρίδη, Ιστορία των χρόνων της Καινής Διαθήκης, σ. 267, εκδόσεις Πουρνάρα , Δ' έκδοση, Θεσσαλονίκη 1985 ). Την εποχή που λαμβάνουν χώρα στην αυλή του Ηρώδη αυτές οι οικογενειακές συμφορές έφθασε ο Ευρυκλής στα Ιεροσόλυμα και ευρισκόμενος στο μέσον των οικογενειακών ερίδων και τον ραδιουργιών αναμίχθηκε σε αυτές, σαν φίλος και σύμβουλος πότε του ενός και πότε του άλλου εκ των γιών του Ηρώδη. Υπ όψιν ότι τον Ευρυκλή ο Ηρώδης ο Μέγας τον γνώρισε το 12 π.Χ. όταν επισκέφτηκε την Ολυμπία ως αγωνοθέτης και έτσι έγιναν φίλοι (Σωκράτης Β. Κουγέας, Γάιος Ιούλιος Ευρυκλής, στο αφιέρωμα Λακωνία, σελ. 32, εκδ. Παπαδήμας, Αθήνα 1998).
Για τις '' καλές '' υπηρεσίες του έλαβε τεράστια χρηματικά ποσά ως δώρα τόσο από τον πατέρα βασιλιά Ηρώδη όσο και από τoν πρωτότοκο γιο του Αντίπατρο.
Ακόμη, ο Ευρυκλής υπήρξε σύμβουλος του ενός εκ των δύο γιων του Ηρώδη από την Μαριάμνη Α’ του Αλεξάνδρου, ο οποίος είχε λάβει σύζυγο την θυγατέρα του βασιλιά της Καππαδοκίας Αρχελάου Γλαφύρα.
Η Γλαφύρα μετά την εκτέλεση του συζύγου της και τον θάνατο του Ηρώδη παντρεύτηκε τον ανδράδελφό της ( κουνιάδο της ) και διάδοχο του θρόνου Αρχέλαο, μετά τον θάνατο του οποίου έλαβε σε τρίτο γάμο τον βασιλιά της Νουμιδίας Ιόβα τον β' ( Ήλιος, λήμματα: Αριστόβουλος, Αρχέλαος, Γλαφύρα ). Ο βασιλιάς της Καππαδοκίας Αρχέλαος φιλοδώρησε και αυτός με πολύ μεγάλο χρηματικό ποσό τον Ευρυκλή . Η διαμάχη στην οικογένεια του Ηρώδη έληξε με την θανάτωση και των δύο γιών του Αλεξάνδρου και Αριστιβούλου, για την οποία δεν ήταν άμοιρος πάσης ευθύνης ο Ευρυκλής.
Η έρις αυτή στην οικογένεια του Ηρώδη ξεκίνησε όταν επέστρεψαν από την Ρώμη, που είχαν πάει για σπουδές φιλοξενούμενα από τον Οκταβιανό ( κατοικούσαν στο σπίτι του ), τα δυο παιδιά του Ηρώδη Αλέξανδρος και Αριστόβουλος και έγιναν με ενθουσιασμό δεκτά από τον λαό που στέναζε κάτω από την τυραννία του όχι Ιουδαίου, αλλά Ιδουμαίου βασιλιά Ηρώδη, εγκάθετου των Ρωμαίων και φιλέλληνα, κατά τον Ιώσηπο, που γράφει γι’ αυτόν ότι: «Έλλησι πλέον ή Ιουδαίοις οικείως είχεν» ( Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, ΧΙV, 7, 13).
Αυτά τα δύο παιδιά ο Ηρώδης τα είχε από την δεύτερη σύζυγό του Μαριάμμη Α’ ( ο Ηρώδης έλαβε και άλλη σύζυγο με το όνομα Μαριάμνη ), την κόρη του Αλεξάνδρου Ασμοναίου και της Αλεξάνδρας της κόρης του Υρκανού Β’ ηγεμόνα της Σαμάρειας. Οι γονείς της Μαριάμνης Α’ ήταν εξαδέλφια μεταξύ τους και ανήκαν στην βασιλική και αρχιερατική οικογένεια των Μακκαβαίων. Την Μαριάμνη, που ήταν εκπάγλου καλλονής, την πάντρεψε ο παππούς της Υρκανός Β’ ηγεμών της Σαμάρειας με τον Ηρώδη για να τον ανταμείψει επειδή τον βοήθησε να νικήσει τον επαναστάτη Αντίγονο Ασμοναίο. Την Μαριάμνη ο Ηρώδης την αγαπούσε πολύ, αλλά στο τέλος την θανάτωσε μετά από συκοφαντίες της μητέρας του Κύπριδος ( Κύπρις στην ονομαστική ) και της αδελφής του Σαλώμης ότι δήθεν η Μαριάμνη σχεδίαζε να τον δηλητηριάσει. Όταν φονεύθηκε η Μαριάμνη το 29 π.Χ. ο γιος της Αριστόβουλος ήταν τριών ετών.
Η έριδα στην οικογένεια του Ηρώδη άρχισε όταν ο γιος του Αλέξανδρος πρόβαλε την αξίωση να γίνει διάδοχος του πατέρα του στον θρόνο, ως καταγόμενος από την μεριά της μητέρας του από τον ένδοξο Ιουδαϊκό οίκο των Μακκαβαίων και για τον λόγο αυτό υπερείχε από όλη την υπόλοιπη οικογένεια του Ηρώδη που ήταν Ιδουμαίοι και επομένως μη γνήσιοι Εβραίοι.
Η θεία των παιδιών και αδελφή του Ηρώδη Σαλώμη, αυτή που ήταν υπαίτια και για τον θάνατο της μητέρας τους Μαριάμνης Α’, με την βοήθεια του πρωτοτόκου γιου του Ηρώδη Αντιπάτρου από την πρώτη σύζυγό του Δωρίδα κατόρθωσε να τον πείσει ότι συνωμοτούσαν εναντίων του και έτσι πέτυχε να τους θανατώσουν το 7 π.Χ. Τότε ο Ηρώδης όρισε διάδοχό του τον Αντίπατρο, τον οποίο θανάτωσε λίγες ημέρες πριν να πεθάνει και ο ίδιος το 4 π.Χ. Ο λόγος της καταδίκης σε θάνατο του Αντιπάτρου ήταν ότι συνωμοτούσε κατά του πατέρα του. Πρόκειται περί αληθινής οικογενειακής τραγωδίας. Ο Οκταβιανός όταν του ζητήθηκε να επικυρώσει την εκτέλεση του Αντιπάτρου είπε με χιούμορ στα ελληνικά κάτι τέτοιο:
- Είναι προτιμότερο να είσαι υς ( γουρούνι, γενική υός ) παρα υιός του Ηρώδη.
(Σάββα Χ. Αγουρίδη, Ιστορία των χρόνων της Καινής Διαθήκης, σ. 265 – 270, εκδόσεις Πουρνάρα, Δ' έκδοση, Θεσσαλονίκη 1985.
Ήλιος, λήμματα : Αλέξανδρος, Αντίπατρος, Αριστόβουλος, Γλαφύρα, Ηρώδης.
Wikipedia the free engyclodedia, λήμματα: Aristobulus IV, Herod, Mariamne.
The Jewish on line Encyclopedia, λήμματα :
Herod, Mariamne ).
Πριν συνεχίσουμε πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Ατιστόβουλος είχε λάβει ως σύζυγο την Βερενίκη θυγατέρα της θείας του Σαλώμης και του Κωστομάρου ( Costomar ). Τον Κωστόμαρο τον φόνευσε ο Ηρώδης και η Αδελφή του Σαλώμη δια των μηχανορραφιών της συνέβαλε στο θάνατο της Μαριάμνης Α’, των γιων της Αλεξάνδρου και Αριστοβούλου, που ήταν και άντρας της κόρης της Βερενίκης ( Αγουρίδης, ενθ. ανωτ., σελ. 266 και Wikipedia, Aristobulus IV ). Δεν υπάρχει, νομίζω, αμφιβολία ότι η Σαλώμη υπήρξε άξια αδελφή του Ηρώδη στις εκτελέσεις μελών της οικογένειας της.
Σχετικά με την δράση του Ευρυκλή ο Ιώσηπος στην Ιουδαϊκή Αρχαιολογία του μας δίνει την ακόλουθη περιγραφή:
Εκείνη την περίοδο τα πράγματα στο σπίτι του Ηρώδη ήτανε πολύ άσχημα και η σχέση του με τους γιους του ήταν ακόμη χειρότερη. Ήτανε φανερό στον καθένα ότι το βασίλειο το απειλούσαν οι μεγαλύτερες συμφορές λόγω των συνωμοσιών που ελάμβαναν χώρα μέσα στο ίδιο το σπίτι του Ηρώδη. Σαν να μην έφθαναν όμως όλα αυτά, τα πράγματα χειροτέρεψαν ακόμα περισσότερο όταν έφτασε στην Ιουδαία ο Ευρυκλής ο Λακεδαιμόνιος, άνθρωπος με φήμη στην πατρίδα του αλλά με πολύ κακό χαρακτήρα, που του άρεσε η καλοπέραση και που μπορούσε να κολακεύει με τέτοια επιδεξιότητα που δεν φαινόταν σαν κόλακας. Όταν πήγε να επισκεφθεί τον Ηρώδη, που έδωσε πολλά δώρα και πήρε ακόμα περισσότερα και μεγαλύτερης αξίας από αυτόν, λόγω δε της επιδέξιας τακτικής του να προσεγγίζει τους ανθρώπους, κατάφερε να γίνει ένας από τους στενότερους φίλους του βασιλιά. Φιλοξενήθηκε στο σπίτι του πρωτότοκου γιου του Ηρώδη Αντίπατρου, αλλά είχε επίσης πρόσβαση και οικειότητα με τον Αλέξανδρο, επειδή επαινούσε την γυναίκα του Γλαφύρα και τον πεθερό του Αρχέλαο βασιλιά της Καππαδοκίας. Με αυτό τον τρόπο απέκτησε τη φιλία όλων. Η τακτική του Ευρυκλή ήταν να κολακεύει τον καθένα ξεχωριστά, κατά τις ιδιαίτερες επαφές που είχε μαζί του, και να του δίνει την εντύπωση ότι συμπεριφερόταν σε όλους τους άλλους φιλικά προκειμένου να εξυπηρετεί αυτόν και μόνο. Με αυτό τον τρόπο απέσπασε την εμπιστοσύνη του Αλέξανδρου, ο οποίος ήταν πολύ νέος, και τον έπεισε το τι μπορούσε να μιλήσει με ασφάλεια σε αυτόν για τα προβλήματα του. Ο Αλέξανδρος τον εμπιστεύτηκε και του αποκάλυψε ότι ο πατέρας του είχε αποξενωθεί από κείνον και τον αδελφό του (Αριστόβουλο), του μίλησε ακόμα για όσα είχαν συμβεί στη μητέρα τους και για το πως ο Αντίπατρος είχε υπονομεύσει τη θέση τους μέσα στη βασιλική οικογένεια και ήταν πλέον πανίσχυρος. Ήταν δε τόσο δύσκολη θέση τους γιατί ο Ηρώδης τους μισούσε τόσο πολύ, ώστε δεν τους μιλούσε κατά τα δείπνα και τις άλλες συγκεντρώσεις. Την εκμυστήρευση αυτή του Αλέξανδρου τη μετέφερε ο Ευρυκλής αυτούσια στον Αντίπατρο λέγοντας του ότι το κάνει γιατί του είναι υποχρεωμένος για την τιμή που του έχει δείξει και γιατί το θέμα είναι πολύ σοβαρό. Ακόμη, προέτρεψε τον Αντίπατρο να προσέχει τον Αλέξανδρο, επειδή η ένταση με την οποία του είχε μιλήσει με τον καθιστούσε ύποπτο πιθανής αυτοδικίας σε βάρος του. Τότε που αντί πατρός βασιζόμενος στα λεγόμενα του Ευρυκλή θεώρησε ότι είχε σαν κίνητρο των πράξεων του την καλή του θέληση και δίνοντας του πολύτιμα δώρα τον έπεισε να αναφέρει τη στιχομυθία με τον Αλέξανδρο στον Ηρώδη, ο οποίος όταν πληροφορήθηκε τα καθέκαστα από τον Ευρυκλή, τον πίστεψε αμέσως και θύμωσε πάρα πολύ με τον Αλέξανδρο. Προκειμένου δε να ευχαριστήσει, τον Ευρυκλή για τις υπηρεσίες που του πρόσφερε του έδωσε ως δώρο πενήντα τάλαντα.
Αφού έλαβε το τεράστιο αυτό ποσό ο Ευρυκλής από τον Ηρώδη, επισκέφτηκε στην Καππαδοκία τον πεθερό του Αλέξανδρου βασιλιά Αρχέλαο και αφού που μίλησε επαινετικά για το γαμπρό του τον ενημέρωσε ότι είχε συμβάλει αποφασιστικά στο να τον συμφιλιώσει με τον βασιλιά πατέρα του. Ακούγοντας αυτά τα λόγια ο Αρχέλαος αισθάνθηκε ευγνωμοσύνη για τον Ευρυκλή και για να τον ευχαριστήσει του έδωσε κι αυτός χρήματα.
Μετά από αυτά ο Ευρυκλής και πριν να μαθευτεί η κακοήθεια, αναχώρησε για την πατρίδα του. ( Ιώσηπος, Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, βιβλίο ΙΣΤ, 300 - 310, στο Josephus, vol. VIII, Jewish Antiquities, book XV – XVII, pp. 330 – 334, εκδ,Loeb. London 1990 ). Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι δεν παραθέτουμε το σχετικό κείμενο του Ιωσήπου σε μετάφραση, αλλά παρουσιάζουμε μία ακριβή περιγραφή των γεγονότων που καταγράφει η ιστορική αυτή πηγή βασιζόμενοι στα στοιχεία που αντλούμε από αυτήν.
Πρέπει, ακόμη, να αναφέρουμε ότι ο Ιώσηπος σε όσα μας παραδίδει περί του Ηρώδη χρησιμοποιεί δύο πηγές, μία κριτική, τις πληροφορίες που αντλεί από αυτήν τις καταγράφει στην Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, και μία άλλη πηγή, ευνοϊκή για τον Ηρώδη, που την χρησιμοποιεί στους Ιουδαϊκούς Πολέμους ( Αγουρίδης ένθα ανωτέρω, σ. 269 ).
Τα όσα αναφέρει ο Ιώσηπος στους Ιουδαϊκούς Πολέμους ( βιβλίο Α’, κεφάλαιο XXVI ) σχετικά με την διαμονή του Ευρυκλή στην Ιουδαία είναι περισσότερο εκτεταμένα από την σχετική διήγηση της Ιουδαϊκής Αρχαιολογίας χωρίς να αναιρούν τα όσα αναφέρονται σ’ αυτήν. Η περιγραφή των περί του Ευρυκλή γεγονότων στους Ιουδαϊκούς Πολέμους μας δίνει κάποιες παραπάνω πληροφορίες, όπως θα δούμε στην συνέχεια.
Στην αρχή του ΧΧVI κεφαλαίου του Α' βιβλίου των Ιουδαϊκών Πολέμων, αφού περιγράφεται η άφιξη στην Ιουδαία του Ευρυκλή και όλα τα σχετικά με την ανταλλαγή δώρων με τον Ηρώδη, μας δίδεται η πληροφορία, ότι πολύ σύντομα ο Ευρυκλής έγινε ένας από τους καλύτερους φίλους του βασιλιά, γιατί αυτός και όλο το παλάτι θεωρούσαν τιμή τους να ευχαριστήσουν τον Σπαρτιάτη, από σεβασμό προς την πατρίδα του ( Ιουδαϊκοί Πόλεμοι, βιβλίο Α΄, 515 ).
Στη συνέχεια γίνεται περιγραφή των γεγονότων σχετικά με τη φιλοξενία στο σπίτι του Αντιπάτρου και τη φιλία που ανέπτυξε ο Ευρυκλής με τον Αλέξανδρο, ο οποίος τον σύστησε στον αδελφό του Αριστόβουλο. Ακόμη, μας πληροφορεί ο Ιώσηπος ότι ο Ευρυκλής υποκρίθηκε προς τον Αλέξανδρο ότι ήταν φίλος του, επειδή του είπε ψευδώς ότι ήταν παλιός φίλος του Αρχέλαου, δηλαδή του βασιλιά της Καππαδοκίας και πεθερού του Αλεξάνδρου ( Πόλεμοι, Α΄, 516 ). Στις μεταξύ τους συζητήσεις του ο Ευρυκλής κορόιδευε τον Αντίπατρο γιατί ενώ ήταν ο πρωτότοκος παρακολουθούσε με απάθεια όσα γίνονταν εις βάρος του από τους δύο ετεροθαλείς αδελφούς, του Αλέξανδρο και Αριστόβουλο. Αλλά και τον Αλέξανδρο κορόιδευε στις ιδιωτικές συνομιλίες τους γιατί ανεχόταν τον Αντίπατρο, που ήταν γιος μιας ασήμαντης γυναίκας ( της Δωρίδος ) ενώ αυτός και ο αδελφός του ήταν παιδιά βασίλισσας ( της Μαριάμνης της Ασμοναίας, που καταγόταν από τον βασιλικό και αρχιερατικό οίκο των Μακαββαίων ). Ακόμη κορόιδευε τον Αλέξανδρο γιατί την αδυναμία του ενώ είχε πίσω του την ισχυρή υποστήριξη του βασιλιά πεθερού του. Μετά, λέγοντας τα ίδια και στον Αριστόβουλο, κατάφερε να κάνει τα δύο αδέλφια να κατηγορήσουν τον πατέρα τους. Στην συνέχεια ενημέρωσε τον Αντίπατρο για τις συζητήσεις αυτές και λέγοντας του ότι κινδυνεύει η ζωή του από τα δυο ετεροθαλή αδέλφια του, έλαβε από αυτόν χρήματα προκειμένου να ενημερώσει σχετικά τον Ηρώδη ( Πόλεμοι, Α΄, 517 - 519 ). Στον Ηρώδη παρουσιάστηκε ο Ευρυκλής ως σωτήρας λέγοντας του ότι τα δυο παιδιά του σχεδίαζαν να τον δολοφονήσουν επειδή πίστευαν ότι ήθελε να δώσει το βασίλειο του παππού του Υρκανού στον πρωτότοκο γιο του, αλλά και για να εκδικηθούν για την μητέρα τους. Του είπε ακόμη, ότι μετά το εγχείρημα εναντίον του θα κατέφευγαν στον πεθερό του Αλέξανδρου Αρχέλαος την Καππαδοκία ή ακόμη και στον Οκταβιανό ζητώντας να γίνει έρευνα για την τύχη του παππού τους και της μητέρας τους ( Πόλεμοι, Α', 523 - 524 ).
Στην συνέχεια ο Ευρυκλής άρχισε να διαβεβαιώνει τον Ηρώδη ότι ο μόνος από τους γιούς του που τον αγαπούσε ήταν ο Αντίπαπρος. Αυτός με τη σειρά του, θέλοντας να μπλέξει ακόμα περισσότερο τους δυο ετεροθαλείς αδελφούς του, παρουσίασε κάποιους ψευδομάρτυρες που τους κατηγόρησαν ότι συνωμοτούσαν με δύο πρώην αρχηγούς του βασιλικού ιππικού, τον Ιουκούνδο και τον Τύραννο. Μετά από αυτές τις κατηγορίες ο Ηρώδης διέταξε να βασανίσουν τους δύο αυτούς αξιωματικούς, αλλά μπόρεσαν να τους αποσπάσουν οποιαδήποτε ομολογία. Τότε η πλευρά του Αντιπάτρου παρουσίασε μια επιστολή συνωμοτικού περιεχομένου επιβαρυντική για τον Αλέξανδρο προς τον φρούραρχο του Αλεξάνδρειου, στην οποία ζητούσε ο Αλέξανδρος και ο αδελφός του να καταφύγουν στο οχυρό όταν θα είχαν δολοφονήσει τον Ηρώδη και να βρουν εκεί υποστήριξη. Την επιστολή αυτή ο Αλέξανδρος τη χαρακτήρισε πλαστή και κατονόμασε σαν πλαστογράφου τον Διόφαντο, τον γραμματέα του Ηρωδείου, ο οποίος είχε την ικανότητα να πλαστογραφεί οτιδήποτε και που στο τέλος καταδικάστηκε σε θάνατο για πλαστογραφίες ( Πόλεμοι, Α΄, 526 - 529 ).
Από την ανάκριση δεν προέκυψε κάτι επιβαρυντικό για τους γιούς του Ηρώδη και έτσι τους άφησε ελεύθερους αλλά, διέταξε να τους παρακολουθούν. Όσο για τον Ευρυκλή, ο οποίος σκηνοθέτησε όλη αυτή την ιστορία, ο Ηρώδης τον αποκάλεσε σωτήρα και ευεργέτη του και του χάρισε πενήντα τάλαντα. Τότε αυτός παίρνοντας αυτό το τεράστιο χρηματικό ποσό έφυγε για την Καππαδοκία, όπου πήρε και άλλα χρήματα από τον βασιλιά Αρχέλαο λέγοντας του ότι κατάφερε να συμφιλιώσει με τις ενέργειες που τον Ηρώδη με τον Αλέξανδρο. Μετά από αυτά γυρίσει στην Ελλάδα, όπου συνέχισε την εγκληματική του δράση με αποτέλεσμα να γίνει αίτιος εξεγέρσεων την Αχαΐα και τελικώς να καταδικαστεί από τον Καίσαρα ( Οκταβιανό Αύγουστο ) σε εξορία ( Πόλεμοι, Α΄, 530 - 531 ).
Μετά την τεράστια αυτή συγκομιδή χρημάτων επέστρεψε ο φίλος μας στη Σπάρτη, όπου άρχισε να ζει με πολυτέλεια και να κτίζει διάφορα λαμπρά οικοδομήματα ανά την Πελοπόννησο. Ξακουστά είναι τα λουτρά που έχτισε στην Κόρινθο διακοσμημένα με πράσινο πορφυρίτη λίθο από το λατομείο των Κροκεών (της σημερινής Λεβέτζοβας ) της Λακωνίας ( Παυσανίας, Β, 3, 5, εκδ. Teubner, Leipzig 1903 και Σπ. Λάμπρος ενθ. ανωτ. και Σ. Καργάκος, σ. 716). Τα λουτρά αυτά θεωρούντο μεγαλοπρεπέστερα από εκείνα που αργότερα έχτισε ο αυτοκράτορας Αδριανός στην ίδια πόλη. Αλλά και στη Σπάρτη οικοδόμησε μεγαλοπρεπές γυμνάσιο ( Παυσανίας, Γ, 14, 8, εκδ. Teubner, Leipzig , 1903 ) και ίδρυσε γυμνικούς αγώνες, η οποία εκτελούντο μέχρι των χρόνων του αυτοκράτορα Κομμόδου ( Παπαρρηγόπουλος, σ. 33 και υποσημείωση 1 της ίδιας σελίδας ). Όταν τους τελείωσαν τα χρήματα, τα οποία είχε φέρει από την Ιουδαία, άρχισε να καταπιέζει τους Σπαρτιάτες και τους άλλους Πελοποννησίους με αποτέλεσμα αυτή να παραπονεθούν επανειλημμένα στον Οκταβιανό, ο οποίος αφού απέτυχε να τον συνετίσει, αναγκάστηκε να τον εξορίσει προκειμένου να σταματήσει τις ταραχές τις οποίες η πλεονεξία που είχε προκαλέσει σε ολόκληρη την Πελοπόννησο. Ο σύγχρονος με τα γεγονότα και γι αυτό ακριβής στις πληροφορίες Στράβων μας πληροφορεί ότι ο Ευρυκλής απομακρύνθηκε από την φιλία που είχε με τον Οκταβιανό προκειμένου να διατηρηθεί στην εξουσία, αλλά γρήγορα την έχασε και ακολούθησε την μοίρα του, αντίθετα ο γιος του Γάιος Ιούλιος Λάκων δεν συνέχισε την ίδια τακτική με τον πατέρα του όσον αφορά την χρήση της φιλίας. Το σχετικό κείμενο του Στράβωνα λέγει:
«νεωστί δ’ Ευρυκλής αυτούς ετάραξε δόξας αποχρήσασθαι τη Καίσαρος φιλία πέρα του μετρίου προς την επιστασίαν αυτών, επαύσατο δ’ η αρχή ταχέως, εκείνου μεν παραχωρήσαντος εις το χρεών, του δ’ υιού την φιλίαν απεστραμμένου την τοιαύτην πάσαν» ( Στράβωνος, Γεωγραφικά, βιβλίο 8, κεφ. 5, § 5, στην Strabo Geography, vol. IV, pp. 137 – 139, εκδ. Loeb, London 1927 ).
Η μετάφραση του αποσπάσματος αυτού είναι η ακόλουθη:
’’ πρόσφατα δε ο Ευρυκλής αυτούς ( δηλαδή τους Λάκωνες ) αναστάτωσε επειδή πίστεψε ότι έπρεπε νααπορρίψει την φιλία με τον Καίσαρα ( δηλαδή τον Οκταβιανό, ο οποίος ήταν θετός γιος του Ιουλίου Καίσαρα ) σε βαθμό υπερβολικό με σκοπό να ασκεί την εξουσία πάνω σε αυτούς ( τους Λάκωνες ), αλλά έπαψε γρήγορα η ηγεμονία του, επειδή εκείνος μεν ( ο Ευρυκλής ) αποσύρθηκε στην μοίρα του, ο δε γοις του επέστρεψε στο καθεστώς της παλαιάς φιλίας ( προς τον Καίσαρα ).
Από αυτό το απόσπασμα του Στράβωνα συμπεραίνουμε ότι ο γιος του Ευρυκλή Γάϊος Ιούλιος Λάκων άσκησε εξουσία στην Σπάρτη, αλλά χωρίς καταπιέζει τους συμπατριώτες του.
Εδώ όμως υπάρχει ένα ερώτημα σχετικά με το είδος της μοίρας στην οποία αποσύρθηκε ο Ευρυκλής. Τι συνέβη; Μήπως πέθανε ο Ευρυκλής; Ποία ήταν τελικά η μοίρα του;
Ο λίγο μεταγενέστερος Φλάβιος Ιώσηπος ( 37 – 107; μΧ. ) στους Ιουδαϊκούς Πολέμους ( βιβλίο 1, κεφ. XXVI, § 4, στο Josephus Jewish War, vol. II, p. 530,531, εκδ. Loeb, London 1989 ) αναφέρει ότι ο Ευρυκλής εξορίστηκε αφού έγινε υπαίτιος ταραχών.
Ο δε Πλούταρχος ( 46 μΧ. – 127 μΧ. ) στα Ηθικά του (Πλουτάρχου Ηθικά, μέρος ΙΙ αποφθέγματα Ρωμαίων, 207 F 14, στa Plutarch Μoralia vol. III, p. 237, εκδ. Loeb, London 1931 ) αναφέρει ότι αρχικά ο Οκταβιανός διέταξε την φυλάκιση του, αλλά όταν πληροφορήθηκε ότι καταγόταν ο Ευρυκλής από τον Βρασίδα, τον έβγαλε από την φυλακή και τον απομάκρυνε με μια μέτρια επίπληξη.
Ο Βρασίδας ήταν περίφημος για τη στρατηγική του ικανότητα και πολιτική του ευστροφία Σπαρτιάτης στρατηγός, που διακρίθηκε στα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου. Επιχείρησε τολμηρές επιθέσεις εναντίον της Πύλου, του Πειραιά και της Κέρκυρας, συμμάχου των Αθηναίων, κατορθώνοντας να φέρει τη Σπάρτη σε θέση πλεονεκτικότερη από εκείνη των Αθηνών. Θεώρησε ότι καλύτερα θα ήταν να μεταφέρει τον πόλεμο βορειότερα και το κατόρθωσε καταλαμβάνοντας τις πόλεις Στάγειρα. Άκανθο και Άργιλο. Κυρίεψε την Αμφίπολη και άλλες πόλεις συμμαχικές των Αθηνών. Δυο ολόκληρα χρόνια κυριάρχησε στη Χαλκιδική. Στα 422 σε μια μάχη που έγινε μπροστά από τα τείχη της Αμφίπολης μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών, ο Βρασίδας τραυματίστηκε βαριά και πέθανε. Τον αντικατάστησε ο ναύαρχος Λύσανδρος που ήταν αρκετά ικανός, αλλά δε διέθετε την ιδιοφυία και την ευστροφία του Βρασίδα ( Ήλιος στο λήμμα Βρασίδας ).Μετά από τα γεγονότα αυτά τίποτα δεν μας είναι γνωστό για τον Ευρυκλή.
Για τον Γάϊο Ιούλιο Λάκωνα σώζεται μία επιγραφή στο Ταίναρο, η οποία λέγει : «το κοινόν των Ελευθερολακώνων Γάιον Ιούλιον Λάκωνα Ευρυκλέους υιόν, τον ίδιον ευεργέτην». Είναι δε πιθανό το λιμάνι του Ταινάρου, που ονομάζεται Πόρτο Κάγιο ( Πόρτο Γάϊο ), να έχει λάβει το όνομα του από αυτόν ( Παπαρρηγόπουλος ενθ. ανωτ. ).
Οι Ρωμαίοι έμποροι του Γυθείου έστησαν αδριάντα στον Ευρυκλή με επιγραφή επί του βάθρου στα λατινικά και ελληνικά που έλεγε: C(AIUM) IULIUM LACHARIS F(ILIUM) EURYCLEM CIVES ROMANI IN LACONIA QUI HABITANT NEGOTIANTUR BENIFICI ERGO.
ΓΑΪΟΝ ΙΟΥΛΙΟΝ ΛΑΧΑΡΟΥΣ ΥΙΟΝ ΕΥΡΥΚΛΕΑ ΡΩΜΑΙΟΙ ΟΙ ΕΝ ΤΑΙΣ ΠΟΛΕΣΙΝ ΤΗΣ ΛΑΚΩΝΙΚΉΣ ΠΡΑΓΜΑΤΕΥΟΜΕΝΟΙ ΤΟΝ ΑΥΤΩΝ ΕΥΕΡΓΕΤΗΝ (Σωκράτης Β. Κουγέας, Γάιος Ιούλιος Ευρυκλής, στο αφιέρωμα Λακωνία, σελ. 29, εκδ. Παπαδήμας, Αθήνα 1998).
Στην Αθήνα υπήρχαν αδριάντες προς τιμήν του Λαχάρους, του Ευρυκλέους και του υιού του «αρετής ένεκα» (Σωκράτης Β. Κουγέας, Γάιος Ιούλιος Ευρυκλής, στο αφιέρωμα Λακωνία, σελ. 31, εκδ. Παπαδήμας, Αθήνα 1998).
Προς τιμήν του Ευρυκλή θεσπίστηκαν στο Γύθειο μουσικοί αγώνες τα Ευρύκλεια, οι οποίοι διήρκεσαν μέχρι της εποχής του Κομμόδου (Παπαρρηγόπουλος, σ. 33, υποσημείωση 1). Η Αθήνα είχε αναγείρει αδριάντα προς τιμήν του Ευλυκλή. Ο Ευρυκλής είχε κόψει νόμισμα με τη μορφή της Σπάρτης κόρης του Ευρώτα από τη μια πλευρά και από την άλλη τους Διοσκούρους έφιππους με τις λέξεις ΛΑ(ΚΕΔΑΙΜΟΝΊΩΝ) ΕΠΙ ΕΥΡΥΚΛΕΟΣ (Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ηλίου, λήμμα Ευρυκλής).
Αυτός ήταν ο Ευρυκλής Λαχάρους Λακεδαιμόνιος, ένας χαρακτηριστικός τύπος Έλληνα ηγεμόνα φίλου των Ρωμαίων, ηρωϊκού, διεφθαρμένου, αγαθοεργού και τυράννου. Ήταν ένας άνθρωπος του καιρού του. Γραικύλος; Ίσως.
Βιβλιογραφία :
Α. Ιστορικές Πεγές:
1. Παυσανίας, . a. : Κορινθιακά, Β, 3, 5, εκδ. Teubner, Leipzig 1903.
b. : Λακωνικά, Γ, 14, 8, εκδ. Teubner, Leipzig , 1903.
2. Πλούταρχος, a. : Πλουτάρχου, Αντώνιος, § § 66 & 67, στους Parallel Lives, vol. IX, pp. 289 – 291, εκδ. Loeb, London 1920.
b. : Πλουτάρχου Αντώνιος, § 67, και υποσημείωση 312 – σχόλιο σελ. 571, εκδ. Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2006.
c. : Πλουτάρχου Ηθικά, μέρος ΙΙ αποφθέγματα Ρωμαίων, 207 F 14, στa Plutarch Μoralia vol. III, p. 237, εκδ. Loeb, London 1931.
3. Στράβωνος, Γεωγραφικά, βιβλίο 8, κεφ. 5, § 1 στην Strabo Geography, vol. IV, p. 127, εκδ. Loeb, London 1937.
Στράβωνος, Γεωγραφικά, βιβλίο Η’, κεφ. 5, § 5, στην Strabo Geography, vol. IV, pp. 137 – 139, εκδ. Loeb, London 1927.
4. Φλάβιος Ιώσηπος, a. : Ιουδαϊκοι Πόλεμοι, βιβλίο Α’, κεφ. XXVI, 513 - 533, στο Josephus, vol. II, Jewish War, book I - III, pp. 242 - 252, εκδ. Loeb, London 1989.
b. : Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, βιβλίο ΙΣΤ’, 300 – 310 στο Josephus, vol. VIII, Jewish Antiquities, book XV – XVII, pp. 330 – 334, εκδ,Loeb. London 1990.
5. : Δίων Κάσσιος, βιβλ. 54, 7, στην Roman History, vol. VI, p. 299, εκδ. Loeb, London 1917.
6. : Publius ( Gaius ) Cornelius Tacit. Annales II, 53 , στον Τacitus, vol. III, εκδ. Loeb, London 1931.
Β. Μελέτες και εγκυκλοπαίδιες :
1. Κ. Παπαρρηγοπούλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους , βιβλίον όγδοον, σελ. 28 – 29 και 31 - 33, εκδ. ΣΤ', Αθήναι 1932.
2. Σπ. Λάμπρου, Ιστορία της Ελλάδος, τόμος Γ', σελ. 90 -91, εκδ. Δημιουργία, Αθήνα 1998.
3. Σωκράτης Β. Κουγέας, Γάιος Ιούλιος Ευρυκλής, στο αφιέρωμα Λακωνία, σελ. 29 -32, εκδ. Παπαδήμας, Αθήνα 1998.
4. Σαράντης Ι. Καργάκος, Ιστορία της Σπάρτης, τόμος Β', σελ. 712 - 716 και 719, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2006.
5. Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ηλίου ( τα λήμματα περί Ευρυκλή και περί των Ιουδαίων και Καππαδόκων ηγεμόνων ).
6. Wikipedia, the free engyclodedia ( ομοίως ).
7. The Jewish on line Encyclopedia (ομοίως).
8. Σάββα Χ. Αγουρίδη, Ιστορία των χρόνων της Καινής Διαθήκης, σ. 265 – 270, εκδόσεις Πουρνάρα , Δ' έκδοση, Θεσσαλονίκη 1985.
9. Βίκτωρος Δουρουύ, Ακαδημαϊκού, Ιστορία των Ρωμαίων, σ. 602 - 603, εκδ. Παρασκήνιον, Αθήνα Ιούνιος 2003 ( Φωτοτυπική ανατύπωση της έκδοσης Φέξη, Αθήνα 1897 ).
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)
