Powered By Blogger

Ετικέτες

Ελληνομνήμων

Το ιστολόγιο σπουδής ελληνικής ιστιρίας και αρχαιολογίας.

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο 19 Μαρτίου 2011

Οι Φιλισταίοι και η καταγωγή τους (εκ των πηγών της ιστορίας και των βοηθητικών αυτής επιστημών).

Υπό Γεωργίου – Μιχαήλ Δ. Καραχάλιου.

 
Πρόλογος.
Εδώ και αρκετά χρόνια στην Ελλάδα γίνεται λόγος περί της καταγωγής των Φιλισταίων και της σχέσης τους με τους σημερινούς Παλαιστινίους. Υποστηρίζεται από κάποιους κύκλους με συγκεκριμένα πολιτικά κίνητρα ότι οι Φιλισταίοι έχουν ως αρχικό τόπο καταγωγής τους την μινωική Κρήτη και ότι απόγονοι αυτών των Φιλισταίων - Κρητικών είναι οι σημερινοί Παλαιστίνιοι.
Το θέμα, όπως τίθεται από τους υποστηρικτές του, είναι διπλής όψης, από την μια οι Φιλισταίοι έχουν ως τόπο καταγωγής την μινωική Κρήτη, και από την άλλη, οι σημερινοί Παλαιστίνιοι είναι απόγονοι των αρχαίων Φιλισταίων. Για κανένα από τους δυο αυτούς ισχυρισμούς δεν παρατίθεται η παραμικρή ιστορική πηγή, ειδικά για την εθνολογική σχέση των Φιλισταίων με τους Παλαιστινίους. Για την πιθανότητα της καταγωγής των Φιλισταίων από την μινωική Κρήτη το πράγμα γίνεται κάπως περίπλοκο. Οι υποστηρικτές αυτής της θέσης προβάλουν μια εσφαλμένη ερμηνεία σχετικά με κάποια βιβλική αναφορά για την Καφθόρ, τον τόπο καταγωγής των Φιλισταίων, και κάποια κεραμικά ευρήματα από ανασκαφές των φιλισταϊκών πόλεων που έχουν κάποια ομοιότητα με τα κεραμικά της μυκηναϊκής εποχής, η οποία είναι μεταγενέστερη την μινωικής, κατά την οποία, σύμφωνα νε τους υποστηρικτές της θεωρίας αυτής, μετακινήθηκαν οι Φιλισταίοι από την Κρήτη στην παραλιακή περιοχή της Χαναάν.
Στην παρούσα μελέτη θα εξετασθεί μεθοδικά το ζήτημα της καταγωγής των Φιλισταίων και η πιθανότητα εθνολογικής σχέσης τους σημερινούς Παλαιστινίους.


Εισαγωγή.
Οι σχετικές με τους Φιλισταίους πηγές είναι, οι αναφορές σε αυτούς της Παλαιάς Διαθήκης, κάποιες πηγές αιγυπτιακής προέλευσης, και τα αρχαιολογικά ευρήματα από τις ανασκαφές σε φιλισταϊκούς οικισμούς.
Κείμενα των ιδίων των Φιλισταίων δεν υπάρχουν, με εξαίρεση κάποιες επιγραφές στην γλώσσα της Χαναάν , οι οποίες προέκυψαν από τις ανασκαφές.
Με αυτά τα μάλλον πενιχρά στοιχεία θα εξετασθεί στην παρούσα μελέτη η καταγωγή και η ιστορική πορεία των Φιλισταίων, αλλά θα διευκρινισθεί το αν εξέλειπαν αυτοί ως λαός ή αν επιζούν μέχρι την εποχή μας.
Αρχική επιδίωξη της παρούσας μελέτης είναι η εξέταση της ετυμολογίας του ονόματος «Φιλισταίοι», στην συνέχεια θα εξετασθεί η ιστορική τους πορεία, οι διάφορες θεωρίες για την καταγωγή τους, τα αρχαιολογικά ευρήματα από τις ανασκαφές, η γλώσσα, η θρησκεία και ο πολιτισμός του.
Μ ε γνώμονα τα διάφορα στοιχεία που θα προκύψουν θα εξαχθεί και το συμπέρασμα της παρούσας μελέτης και θα απαντηθούν τα δυο αρχικά ερωτήματα, ποια η καταγωγή των Φιλισταίων και αν αυτοί επιζούν μέχρι σήμερα;

Ετυμολογία.
Οι Φιλισταίοι, στα εβραϊκά פְּלִשְׁתִּים‎‎ (Plištim), είναι ο λαός που κατέλαβε την νότια ακτή της γης Χαναάν. Θεωρητικά οι Φιλισταίοι αποτελούν μια εθνότητα που περιλαμβάνεται στους «Λαούς της Θάλασσας». Με τον όρο «Λαοί της Θάλασσας» χαρακτηρίζουν οι σύγχρονοι ιστορικοί εν γένει διάφορους αλλά λαούς της εποχής του Νέου βασιλείου της Αρχαίας Αιγύπτου. Τους λαούς αυτούς οι Αιγύπτιοι τους ονόμαζαν «Ξένους». Στις αρχές του 12ου αιώνα π.Χ. οι Λαοί της Θάλασσας είχαν γίνει σοβαρή πολεμική απειλή για την Αίγυπτο, ενώ οι μαζικές εισβολές τους κατέστρεψαν τη Χεττιτική αυτοκρατορία και άλλα κράτη της Μέσης Ανατολής. Πιθανώς πρόκειται για τους ίδιους πολεμιστές που είχαν επιτεθεί και στην Ουγκαρίτ το 1192 π.Χ. (Joachim Bretscheider und Klaus – Dieter Linsmeier, Das Omen von Ugarit, Spektrum der Wissenschaft, Juli 2006, pp. 64 – 70).
Η γλώσσα των Φιλισταίων είναι η χαναανιτική και ο πολιτισμός τους χαναανιτικός, μολονότι έχουν λάβει κάποια πολιτιστικά στοιχεία από τους Μυκηναίους (Trude Krakauer Dothan, The Philistines and Their Material Culture, Israel Exploration Society, Jerusalem 1982). Σε μεταγενέστερη εποχή οι Φιλισταίοι υιοθέτησαν την Αραμαϊκή γλώσσα, στην οποί όμως διατήρησαν κάποια ελάχιστα γλωσσικά στοιχεία ινδοευρωπαϊκής προέλευσης.
Στην Ακκαδική γλώσσα οι Φιλισταίοι αναφέρονται ως Palastu και στην Αιγυπτιακή ως Parusata.
Οι σύγχρονοι μελετητές της Βίβλου θεωρούν ότι το όνομα «Φιλισταίος» προέρχεται από την σημιτική ρίζα pl-S, στα εβραϊκά פלש‎, που σημαίνει τον μετανάστη ή τον εισβολέα (Μarcus Jastrow, A Dictionary of the Targumim, the Talmud Babli and Yerushalmi, and the Midrashic Literature, p.1185, New York: Judaica Press, 1989 και The American Heritage Dictionary of the English Language, Fourth Edition, Appendix II Semitic Roots, 2000).
Το πως οι Φιλισταίοι αποκαλούσαν τους εαυτούς τους στην γλώσσα τους μας είναι άγνωστο.
Στην Βίβλο (Αμώς 9,7) οι Φιλισταίοι σχετίζονται με τον «λαό της Kaftor» (כפתור στα εβραϊκά). Επειδή το όνομα Kaftor δεν είναι εβραϊκής ή σημιτικής καταγωγής, μας δημιουργείται εύλογα η υπόνοια ότι αυτό είναι το όνομα που προσδιόριζε τους Φιλισταίους στην γλώσσα τους. Το σχετικό χωρίο του Αμώς στη μετάφρασης των Ο’αναφέρει, αντί για Kaftor, Καππαδοκία: «οὐχ ὡς υἱοὶ Αἰθιόπων ὑμεῖς ἐστε ἐμοί, υἱοὶ ᾿Ισραήλ; λέγει Κύριος. οὐ τὸν ᾿Ισραὴλ ἀνήγαγον ἐκ γῆς Αἰγύπτου καὶ τοὺς ἀλλοφύλους ἐκ Καππαδοκίας καὶ τοὺς Σύρους ἐκ βόθρου;» (Αμώς 9, 7).
Σύμφωνα με μια σύγχρονη θεωρία το όνομα Φιλισταίοι ή Philistinι προέρχεται από την χώρα των Ιλλυριών, όπου υπήρχε μια περιοχή με το όνομα Palaeste και της οποίας οι κάτοικοι θα ονομάζονταν Palaestīnī συμφώνως με την συνήθη πρακτική της γραμματικής (G. Bonfante, Who were the Philistines?, American Journal of Archaeology, Vol. 50, 1946, pp. 251-262).
Μια άλλη θεωρεία υποστηρίζει ότι το όνομα Φιλισταίοι είναι παραφθορά του ελληνικού «φυλή hεστία» όπου «hεστία» είναι η ιωνική γραφή της «εστίας» (Α. Jones, The Philistines and the Hearth, Their Journey to the Levant, Journal of Near Eastern Studies vol. 31, 1972, pp.343 –3 50). Ο γράφων θεωρεί την άποψη αυτή ως παντελώς απίθανη. Για πιο λόγο θα αποδιδόταν στους Φιλισταίους ο χαρακτηρισμός «φυλή hεστία»; Ήταν άραγε ο μόνος λαός που χρησιμοποιούσε την εστία; Όχι βέβαια. Από την εποχή των προτογόνων, μέσα στα σπήλαια που κατοικούσαν υπήρχε ο ειδικός χώρος για την φωτιά, η προτόγονη εστία. Παντού όπου υπήρχε η χρήση φωτιάς εντός του ενδιαιτήματος των πρωτογόνων υπήρχε και κάποια πρωτόγονη μορφή εστίας. Είναι παντελώς απίθανο η χρήση της εστίας από ένα συγκεκριμένο λαό να γίνεται αιτία της επονομασίας του.



Ο Φαραώ Ραμσής Γ' εναντίων των Λαών της Θάλασσας. Ανάγλυφο στο Medinet Habu.

Ιστορία.
Οι Φιλισταίοι αφίχθησαν από την θάλασσα ως κατακτητές στην παραλία της Χαναάν και την Γάζα. Είχαν υποστεί μια επίδραση από τον μυκηναϊκό πολιτισμό και παλαιότερα οι μελετητές υπέθεταν ότι προερχόντουσαν από την Μινωική Κρήτη (Trude Krakauer Dothan, The Philistines and Their Material Culture, Israel Exploration Society, Jerusalem 1982. Lawrence Stager, David J. Schloen and Daniel Master, Ashkelon 1, Introduction and Overview, 1985-2006. The Leon Levy Expedition in Ashkelon, Winona Lake, Indiana, Eisenbrauns, 2008, pp. 541-568. Δες και Παναγιώτης Ι. Μπρατσιώτης, Οι Φιλισταίοι και ο Αιγαιοκρητικός πολιτισμός εν Παλαιστίνη, Αθήνησι, Τύποις Φοινικος, 1926).
Παρ’ όλη την πλούσια βιβλιογραφία επί του θέματος, ο γράφων δεν δέχεται ως τόπο της αρχικής προέλευσης την Κρήτη. Η άποψη αυτή προέρχεται από την εσφαλμένη θεώρηση ότι η λέξη Kaftor σχετίζεται με την Κρήτη. Πράγμα απίθανο γλωσσολογικά, επειδή τα σύμφωνα K-f-t-r του ονόματος Kaftor είναι αδύνατο να προέρχονται από τα σύμφωνα K-r-t, που είναι τα σύμφωνα του ονόματος Κρήτη, ακόμη και η σειρά των συμφώνων t και r στα ονόματα Kaftor και Κρήτη είναι σε διαφορετική θέση. Η εμφάνιση των Φιλισταίων στην παραλιακή Χανναάν και στην Γάζα συμπίπτει με την τελική φάση του μυκηναϊκού πολιτισμού. Όπως θα δούμε πιο κάτω, όταν θα εξετάσουμε τις ανασκαφές στην φιλισταϊκή πόλη Ακκαρών, υπάρχουν στις πόλεις των Φιλισταίων κεραμικά παρόμοια με τα μυκηναϊκά, αλλά η οικοδόμηση της φιλισταϊκής πόλης είναι τελείως διαφορετική από την μυκηναϊκή. Το διοικητικό κέντρο της Ακκαρών βρίσκεται στο κάτω μέρος της πόλης, εκεί που είναι τα εμπορικά, και όχι επάνω στην ακρόπολη, όπως συνήθιζαν οι Μυκηναίοι. Οι προσεκτική εξέταση των αρχαιολογικών ευρημάτων της Ακκαρών μας πείθει ότι οι κάτοικοί της είχαν δεχτεί πολιτιστική επίδραση από τους Μυκηναίους Έλληνες, αλλά εθνική σχέση μαζί τους δεν είχαν.
Μετά την εισβολή από την θάλασσα οι Φιλισταίοι κατέκτησαν τους δυτικούς σημιτικούς – χαναανιτικούς πληθυσμούς και αφού αναμίχθηκαν μαζί τους πολιτιστικά, γλωσσικά και θρησκευτικά, δημιούργησαν ένα δυτικοσημιτικό πολιτισμό που ονομάζεται Φιλισταϊκός Πολιτισμός (Lawrence Stager, David J. Schloen and Daniel Master, Ashkelon 1, Introduction and Overview, 1985-2006. The Leon Levy Expedition in Ashkelon, Winona Lake, Indiana, Eisenbrauns, 2008, pp. 541-568).





Φιλισταίοι αιχμάλωτοι, ανάγλυφο από τον ναό του ενταφιασμού του Ραμσή ΙΙΙ (1186 π. Χ-1154 π. Χ.), στο Medinet Habu, νεκρόπολη των Θηβών, Αίγυπτος.

Το Δευτερονόμιο για τους Φιλισταίους.
Στο Δευτερονόμιο (2, 23) γίνεται η ακόλουθη αναφορά: «καὶ οἱ Εὐαῖοι οἱ κατοικοῦντες ἐν ᾿Ασηδὼθ ἕως Γάζης, καὶ οἱ Καππάδοκες οἱ ἐξελθόντες ἐκ Καππαδοκίας ἐξέτριψαν αὐτοὺς καὶ κατῳκίσθησαν ἀντ᾿ αὐτῶν». Στο εδάφιο αυτό βλέπουμε ότι Καππαδόκες εισβολείς κατέλαβαν την γη των Ευαίων που κατοικούσαν από την Ασηδώδ μέχρι την Γάζα. Το Ταλμούδ (Chullin 60 b, Soncino Balylonian Talmud translated into English under the editorship of Rabbi Dr. I. Epstein) ερμηνεύοντας το εδάφιο αυτό μας λέγει ότι οι Ευαίοι είναι οι πρωταρχικοί Φιλισταίοι της εποχής του πατριάρχου Αβραάμ ενώ αυτοί που τους κατέλαβαν και προερχόντουσαν από την Καππαδοκία ήταν το τελευταίο κύμα των Φιλισταίων κατακτητών της περιοχής. Ο γράφων δέχεται την ταλμουδική ερμηνεία ως αυθεντική και αδιαμφισβήτητα ορθή. Ο τόπος προέλευσης των Φιλισταίων είναι η Καππαδοκία. Από εκεί, κατά κύματα, οι Φιλισταίοι κατέβηκαν στην μικρασιατική παραλία και δια θαλάσσης έφθασαν στην περιοχή από Ασηδώδ μέχρι Γάζης. Αυτή ακριβώς η ερμηνεία καταρρίπτει την ανακριβή και επιπόλαια δοξασία ότι οι Φιλισταίοι είχαν ως αρχικό τόπο της προέλευσής τους την Κρήτη του μινωικού πολιτισμού και ευρύτερο ελλαδικό χώρο. Τέλος αυτή η ερμηνεία καταρρίπτει και τον άλλο ισχυρισμό που θέλει τους Φιλισταίους να κατάγονται από την Ιλλυρία.




Medinet Habu, ο ναός του ενταφιασμού του Ραμσή III από αεροφωτογραφία.

Οι αιγυπτιακές πηγές.
Στην Αίγυπτο, στον ναό του Medinet Habu στην επιγραφή της εποχής του Ραμσή Γ’ , στην οποία περιγράφεται η νίκη του επί των «Λαών της Θάλασσας» γίνεται αναφορά σε ένα λαό που ονομάζεται Peleset ή ακριβέστερα PrSt. Η ονομασία αυτή θεωρείται από τους ειδικούς ότι προσδιορίζει τους Φιλισταίους. Στο «ονομαστικό του Αμενοφή», ένα ιστορικό κείμενο του τέλους της 12ης Δυναστείας και στον «Πάπυρο Harris I», ένα κείμενο γραμμένο κατά την βασιλεία του Ραμσή Δ’ και αποτελεί σύνοψη της βασιλείας του Ραμσή Γ’, γίνεται η ίδια ακριβώς αναφορά στους Peleset, όπως και προηγουμένως, και η ερμηνεία που δίδεται στην αναφορά αυτή είναι ότι και αυτή προσδιορίζει τους Φιλισταίους.
Σύμφωνα με το Easton's Bible Dictionary (1897) βρέθηκαν σε ασσυριακές επιγραφές προσδιορισμοί της γης των Φιλισταίων με τους όρους, Palastu και Pilista.
Σε όλες όμως ανεξαιρέτως τις επιγραφές που ήδη αναφέραμε δεν γίνεται η παραμικρή μνεία για σχέση των Φιλισταίων με τους Κρήτες ή τους Μυκηναίους, τους οποίους γνώριζαν πολύ καλά οι Αιγύπτιοι και οι Ασσύριοι και με τους οποίους είχαν σχέσεις πολιτικές και εμπορικές.

Η Γένεση για τις σχέσεις και τις συνθήκες των Φιλισταίων με τον Αβραάμ και τον Ισαάκ.
Τα πρώιμα ιστορικά στοιχεία που μας δίνει η Γένεση για τις σχέσεις των Φιλισταίων με τους Ισραηλίτες είναι τα ακόλουθα:
Το Κ’ (20ο) κεφάλαιο της Γένεσης γίνεται λόγος για την τιμωρία και την συγχώρηση από τον Θεό του Αβιμελέχ, βασιλιάς της πόλης Γεράρα (πληθυντικός), επειδή έλαβε στο ανάκτορό του την Σάρρα χωρίς να γνωρίζει ότι ήταν σύζυγος του Αβραάμ: «Καί ἐκίνησεν ἐκεῖθεν ῾Αβραὰμ εἰ γῆν πρὸς λίβα καὶ ᾤκησεν ἀνὰ μέσον Κάδης καὶ ἀνὰ μέσον Σούρ. καὶ παρῴκησεν ἐν Γεράροις. 2 εἶπε δὲ ῾Αβραὰμ περὶ Σάρρας τῆς γυναικὸς αὐτοῦ, ὅτι ἀδελφή μου ἐστίν· ἐφοβήθη γὰρ εἰπεῖν ὅτι γυνή μου ἐστί, μή ποτε ἀποκτείνωσιν αὐτὸν οἱ ἄνδρες τῆς πόλεως δι᾿ αὐτήν. ἀπέστειλε δὲ ᾿Αβιμέλεχ, βασιλεὺς Γεράρων, καὶ ἔλαβε τὴν Σάρραν. 3 καὶ εἰσῆλθεν ὁ Θεὸς πρὸς ᾿Αβιμέλεχ ἐν ὕπνῳ τὴν νύκτα καὶ εἶπεν· ἰδοὺ σὺ ἀποθνήσκεις περὶ τῆς γυναικός, ἧς ἔλαβες, αὕτη δέ ἐστι συνῳκηυῖα ἀνδρί. 4 ᾿Αβιμέλεχ δὲ οὐχ ἥψατο αὐτῆς καὶ εἶπε· Κύριε, ἔθνος ἀγνοοῦν καὶ δίκαιον ἀπολεῖς; 5 οὐκ αὐτός μοι εἶπεν, ἀδελφή μου ἐστί; καὶ αὕτη μοι εἶπεν, ἀδελφός μου ἐστίν; ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ καὶ ἐν δικαιοσύνῃ χειρῶν ἐποίησα τοῦτο. 6 λίγο εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Θεὸς καθ᾿ ὕπνον· κἀγὼ ἔγνων ὅτι ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ ἐποίησας τοῦτο, καὶ ἐφεισάμην σου τοῦ μὴ ἁμαρτεῖν σε εἰς ἐμέ· ἕνεκα τούτου οὐκ ἀφῆκά σε ἅψασθαι αὐτῆς. 7 νῦν δὲ ἀπόδος τὴν γυναῖκα τῷ ἀνθρώπῳ, ὅτι προφήτης ἐστὶ καὶ προσεύξεται περὶ σοῦ καὶ ζήσῃ· εἰ δὲ μὴ ἀποδίδως, γνώσῃ ὅτι ἀποθανῇ σὺ καὶ πάντα τὰ σά. 8 καὶ ὤρθρισεν ᾿Αβιμέλεχ τῷ πρωΐ καὶ ἐκάλεσε πάντας τοὺς παῖδας αὐτοῦ καὶ ἐλάλησε πάντα τὰ ρήματα ταῦτα εἰς τὰ ὦτα αὐτῶν, ἐφοβήθησαν δὲ πάντες οἱ ἄνθρωποι σφόδρα. 9 καὶ ἐκάλεσεν ᾿Αβιμέλεχ τὸν ῾Αβραάμ, καὶ εἶπεν αὐτῷ· τί τοῦτο ἐποίησας ἡμῖν; μήτι ἡμάρτομεν εἰς σέ, ὅτι ἐπήγαγες ἐπ᾿ ἐμὲ καὶ ἐπὶ τὴν βασιλείαν μου ἁμαρτίαν μεγάλην; ἔργον, ὃ οὐδεὶς ποιήσει, πεποίηκάς μοι. 10 εἶπε δὲ ᾿Αβιμέλεχ τῷ ῾Αβραάμ· τί ἐνιδὼν ἐποίησας τοῦτο; 11 εἶπε δὲ ῾Αβραάμ· εἶπα γάρ, ἄρα οὐκ ἔστι θεοσέβεια ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ, ἐμέ τε ἀποκτενοῦσιν ἕνεκεν τῆς γυναικός μου. 12 καὶ γὰρ ἀληθῶς ἀδελφή μου ἐστὶν ἐκ πατρός, ἀλλ᾿ οὐκ ἐκ μητρός· ἐγενήθη δέ μοι εἰς γυναῖκα. 13 ἐγένετο δέ, ἡνίκα ἐξήγαγέ με ὁ Θεὸς ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός μου, καὶ εἶπα αὐτῇ· ταύτην τὴν δικαιοσύνην ποιήσεις εἰς ἐμέ, εἰς πάντα τόπον οὗ ἐὰν εἰσέλθωμεν ἐκεῖ, εἰπὸν ἐμέ, ὅτι ἀδελφός μου ἐστίν. 14 ἔλαβε δὲ ᾿Αβιμέλεχ χίλια δίδραχμα καὶ πρόβατα καὶ μόσχους καὶ παῖδας καὶ παιδίσκας καὶ ἔδωκε τῷ ῾Αβραὰμ καὶ ἀπέδωκεν αὐτῷ Σάρραν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ. 15 καὶ εἶπεν ᾿Αβιμέλεχ τῷ ῾Αβραάμ· ἰδοὺ ἡ γῆ μου ἐναντίον σου· οὗ ἐάν σοι ἀρέσκῃ, κατοίκει. 16 τῇ δὲ Σάρρᾳ εἶπεν· ἰδοὺ δέδωκα χίλια δίδραχμα τῷ ἀδελφῷ σου· ταῦτα ἔσται σοι εἰς τὴν τιμὴ τοῦ προσώπου σου καὶ πάσαις ταῖς μετὰ σοῦ· καὶ πάντα ἀλήθευσον. 17 προσηύξατο δὲ ῾Αβραὰμ πρὸς τὸν Θεόν, καὶ ἰάσατο ὁ Θεὸς τὸν ᾿Αβιμέλεχ καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὰς παιδίσκας αὐτοῦ, καὶ ἔτεκον· 18 ὅτι συγκλείων συνέκλεισε Κύριος ἔξωθεν πᾶσαν μήτραν ἐν τῷ οἴκῳ ᾿Αβιμέλεχ, ἕνεκεν Σάρρας τῆς γυναικὸς ῾Αβραάμ» (Γένεση, 20, 1-18).
Στην συνέχεια η Γένεση κάνει αναφορά στην συνθήκη που συνήψε ο Αβιμελέχ με τον Αβραάμ: «22 ᾿Εγένετο δὲ ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ καὶ εἶπεν ᾿Αβιμέλεχ καὶ ῾Οχοζὰθ ὁ νυμφαγωγὸς αὐτοῦ καὶ Φιχὸλ ὁ ἀρχιστράτηγος τῆς δυνάμεως αὐτοῦ πρὸς ῾Αβραὰμ λέγων· ὁ Θεὸς μετὰ σοῦ ἐν πᾶσιν, οἷς ἐὰν ποιῇς· 23 νῦν οὖν ὄμοσόν μοι τὸν Θεόν, μὴ ἀδικήσειν με μηδὲ τὸ σπέρμα μου, μηδὲ τὸ ὄνομά μου· ἀλλὰ κατὰ τὴν δικαιοσύνην, ἣν ἐποίησα μετὰ σοῦ, ποιήσεις μετ᾿ ἐμοῦ, καὶ τῇ γῇ, ᾗ σὺ παρῴκησας ἐν αὐτῇ. 24 καὶ εἶπεν ῾Αβραάμ· ἐγὼ ὀμοῦμαι. 25 καὶ ἤλεγξεν ῾Αβραὰμ τὸν ᾿Αβιμέλεχ περὶ τῶν φρεάτων τοῦ ὕδατος, ὧν ἀφείλοντο οἱ παῖδες τοῦ ᾿Αβιμέλεχ. 26 καὶ εἶπεν αὐτῷ ᾿Αβιμέλεχ· οὐκ ἔγνων τίς ἐποίησέ σοι τὸ ρῆμα τοῦτο, οὐδὲ σύ μοι ἀπήγγειλας, οὐδὲ ἐγὼ ἤκουσα, ἀλλ᾿ ἢ σήμερον. 27 καὶ ἔλαβεν ῾Αβραὰμ πρόβατα καὶ μόσχους, καὶ ἔδωκε τῷ ᾿Αβιμέλεχ, καὶ διέθεντο ἀμφότεροι διαθήκην. 28 καὶ ἔστησεν ῾Αβραὰμ ἑπτὰ ἀμνάδας προβάτων μόνας. 29 καὶ εἶπεν ᾿Αβιμέλεχ τῷ ῾Αβραάμ· τί εἰσιν αἱ ἑπτὰ ἀμνάδες τῶν προβάτων τούτων, ἃς ἔστησας μόνας; 30 καὶ εἶπεν ῾Αβραάμ, ὅτι τὰς ἑπτὰ ἀμνάδας λήψῃ παρ᾿ ἐμοῦ, ἵνα ὦσί μοι εἰς μαρτύριον, ὅτι ἐγὼ ὤρυξα τὸ φρέαρ τοῦτο. 31 διὰ τοῦτο ἐπωνόμασε τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου, Φρέαρ ὁρκισμοῦ, ὅτι ἐκεῖ ὤμοσαν ἀμφότεροι. 32 καὶ διέθεντο διαθήκην ἐν τῷ φρέατι τοῦ ὁρκισμοῦ. ἀνέστη δὲ ᾿Αβιμέλεχ καὶ ῾Οχοζὰθ ὁ νυμφαγωγὸς αὐτοῦ καὶ Φιχὸλ ὁ ἀρχιστράτητος τῆς δυνάμεως αὐτοῦ, καὶ ἐπέστρεψαν εἰς τὴν γῆν τῶν Φυλιστιείμ. 33 καὶ ἐφύτευσεν· ῾Αβραὰμ ἄρουραν ἐπὶ τῷ φρέατι τοῦ ὅρκου καὶ ἐπεκαλέσατο ἐκεῖ τὸ ὄνομα Κυρίου, Θεὸς αἰώνιος. 34 παρῴκησε δὲ ῾Αβραὰμ ἐν τῇ γῇ τῶν Φυλιστιεὶμ ἡμέρας πολλάς» (Γένεση, 21,22 –34).




Βεερσεβά, εδώ έκανε την συνθήκη ο Αβραάμ με τον Αβιμελέχ.

Μετά τον θάνατο του Αβραάμ ο γιος του Ισαάκ συνήψε με τον Αβιμελέχ μια νέα συνθήκη της οποίας την όλη εξιστόρηση μας δίνει το ΚΣΤ’ (26ο) κεφάλαιο της Γένεσης: «’Εγένετο δὲ λιμὸς ἐπὶ τῆς γῆς χωρὶς τοῦ λιμοῦ τοῦ πρότερον, ὃς ἐγένετο ἐν τῷ καιρῷ τοῦ ῾Αβραάμ· ἐπορεύθη δὲ ᾿Ισαὰκ πρὸς ᾿Αβιμέλεχ βασιλέα Φυλιστιεὶμ εἰς Γέραρα. 2 ὤφθη δὲ αὐτῷ Κύριος καὶ εἶπε· μὴ καταβῇς εἰς Αἴγυπτον· κατοίκησον δὲ ἐν τῇ γῇ, ᾗ ἄν σοι εἴπω. 3 καὶ παροίκει ἐν τῇ γῇ ταύτῃ, καὶ ἔσομαι μετὰ σοῦ καὶ εὐλογήσω σε· σοὶ γὰρ καὶ τῷ σπέρματί σου δώσω πᾶσαν τὴν γῆν ταύτην καὶ στήσω τὸν ὅρκον μου, ὃν ὤμοσα τῷ ῾Αβραὰμ τῷ πατρί σου. 4 καὶ πληθυνῶ τὸ σπέρμα σου ὡς τοὺς ἀστέρας τοῦ οὐρανοῦ καὶ δώσω τῷ σπέρματί σου πᾶσαν τὴν γῆν ταύτην, καὶ εὐλογηθήσονται ἐν τῷ σπέρματί σου πάντα τὰ ἔθνη τῆς γῆς, 5 ἀνθ᾿ ὧν ὑπήκουσεν ῾Αβραὰμ ὁ πατήρ σου τῆς ἐμῆς φωνῆς καὶ ἐφύλαξε τὰ προστάγματά μου καὶ τὰς ἐντολάς μου καὶ τὰ δικαιώματά μου καὶ τὰ νόμιμά μου. 6 κατῴκησε δὲ ᾿Ισαὰκ ἐν Γεράροις. 7 ᾿Επηρώτησαν δὲ οἱ ἄνδρες τοῦ τόπου περὶ Ρεβέκκας τῆς γυναικὸς αὐτοῦ, καὶ εἶπεν· ἀδελφή μου ἐστίν· ἐφοβήθη γὰρ εἰπεῖν ὅτι γυνή μου ἐστί, μήποτε ἀποκτείνωσιν αὐτὸν οἱ ἄνδρες τοῦ τόπου περὶ Ρεβέκκας, ὅτι ὡραία τῇ ὄψει ἦν. 8 ἐγένετο δὲ πολυχρόνιος ἐκεῖ· καὶ παρακύψας ᾿Αβιμέλεχ ὁ βασιλεὺς Γεράρων διὰ τῆς θυρίδος, εἶδε τὸν ᾿Ισαὰκ παίζοντα μετὰ Ρεβέκκας τῆς γυναικὸς αὐτοῦ. 9 ἐκάλεσε δὲ ᾿Αβιμέλεχ τὸν ᾿Ισαὰκ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἆρά γε γυνή σου ἐστί; τί ὅτι εἶπας, ἀδελφή μου ἐστίν; εἶπε δὲ αὐτῷ ᾿Ισαάκ· εἶπα γάρ, μήποτε ἀποθάνω δι᾿ αὐτήν. 10 εἶπε δὲ αὐτῷ ᾿Αβιμέλεχ· τί τοῦτο ἐποίησας ἡμῖν; μικροῦ ἐκοιμήθη τις ἐκ τοῦ γένους μου μετὰ τῆς γυναικός σου, καὶ ἐπήγαγες ἂν ἐφ᾿ ἡμᾶς ἄγνοιαν. 11 συνέταξε δὲ ᾿Αβιμέλεχ παντὶ τῷ λαῷ αὐτοῦ, λέγων· πᾶς ὁ ἁψάμενος τοῦ ἀνθρώπου τούτου ἢ τῆς γυναικὸς αὐτοῦ, θανάτῳ ἔνοχος ἔσται. 12 ἔσπειρε δὲ ᾿Ισαὰκ ἐν τῇ γῇ ἐκείνῃ καὶ εὗρεν ἐν τῷ ἐνιαυτῷ ἐκείνῳ ἑκατοστεύουσαν κριθήν· εὐλόγησε δὲ αὐτὸν Κύριος. 13 καὶ ὑψώθη ὁ ἄνθρωπος. καὶ προβαίνων μείζων ἐγίνετο, ἕως οὗ μέγας ἐγένετο σφόδρα· 14 ἐγένετο δὲ αὐτῷ κτήνη προβάτων καὶ κτήνη βοῶν καὶ γεώργια πολλά. ἐζήλωσαν δὲ αὐτὸν οἱ Φυλιστιείμ, 15 καὶ πάντα τὰ φρέατα, ἃ ὤρυξαν οἱ παῖδες τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ἐν τῷ χρόνῳ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἐνέφραξαν αὐτὰ οἱ Φυλιστιεὶμ καὶ ἔπλησαν αὐτὰ γῆς. 16 εἶπε δὲ ᾿Αβιμέλεχ πρὸς ᾿Ισαάκ· ἄπελθε ἀφ᾿ ἡμῶν, ὅτι δυνατώτερος ἡμῶν ἐγένου σφόδρα. 17 καὶ ἀπῆλθεν ἐκεῖθεν ᾿Ισαὰκ καὶ κατέλυσεν ἐν τῇ φάραγγι Γεράρων καὶ κατῴκησεν ἐκεῖ. 18 καὶ πάλιν ᾿Ισαὰκ ὤρυξε τὰ φρέατα τοῦ ὕδατος, ἃ ὤρυξαν οἱ παῖδες ῾Αβραὰμ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ ἐνέφραξαν αὐτὰ οἱ Φυλιστιεὶμ μετὰ τὸ ἀποθανεῖν ῾Αβραὰμ τὸν πατέρα αὐτοῦ, καὶ ἐπωνόμασεν αὐτοῖς ὀνόματα κατὰ τὰ ὀνόματα, ἃ ὠνόμασεν ὁ πατὴρ αὐτοῦ. 19 καὶ ὤρυξαν οἱ παῖδες ᾿Ισαὰκ ἐν τῇ φάραγγι Γεράρων καὶ εὗρον ἐκεῖ φρέαρ ὕδατος ζῶντος. 20 καὶ ἐμαχέσαντο οἱ ποιμένες Γεράρων μετὰ τῶν ποιμένων ᾿Ισαάκ, φάσκοντες αὐτῶν εἶναι τὸ ὕδωρ. καὶ ἐκάλεσαν τὸ ὄνομα τοῦ φρέατος ᾿Αδικία· ἠδίκησαν γὰρ αὐτόν. 21 ἀπάρας δὲ ᾿Ισαὰκ ἐκεῖθεν ὤρυξε φρέαρ ἕτερον, ἐκρίνοντο δὲ καὶ περὶ ἐκείνου· καὶ ἐπωνόμασε τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾿Εχθρία. 22 ἀπάρας δὲ ἐκεῖθεν ὤρυξε φρέαρ ἕτερον, καὶ οὐκ ἐμαχέσαντο περὶ αὐτοῦ· καὶ ἐπωνόμασε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Εὐρυχωρία, λέγων· διότι νῦν ἐπλάτυνε Κύριος ἡμῖν καὶ ηὔξησεν ἡμᾶς ἐπὶ τῆς γῆς. 23 ᾿Ανέβη δὲ ἐκεῖθεν ἐπὶ τὸ φρέαρ τοῦ ὅρκου. 24 καὶ ὤφθη αὐτῷ Κύριος ἐν τῇ νυκτὶ ἐκείνῃ καὶ εἶπεν· ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς ῾Αβραὰμ τοῦ πατρός σου· μὴ φοβοῦ· μετὰ σοῦ γάρ εἰμι καὶ εὐλογήσω σε καὶ πληθυνῶ τὸ σπέρμα σου δι᾿ ῾Αβραὰμ τὸν πατέρα σου. 25 καὶ ᾠκοδόμησεν ἐκεῖ θυσιαστήριον καὶ ἐπεκαλέσατο τὸ ὄνομα Κυρίου καὶ ἔπηξεν ἐκεῖ τὴν σκηνὴν αὐτοῦ· ὤρυξαν δὲ ἐκεῖ οἱ παῖδες ᾿Ισαὰκ φρέαρ ἐν τῇ φάραγγι Γεράρων. 26 καὶ ᾿Αβιμέλεχ ἐπορεύθη πρὸς αὐτὸν ἀπὸ Γεράρων καὶ ῾Οχοζὰθ ὁ νυμφαγωγὸς αὐτοῦ καὶ Φιχὸλ ὁ ἀρχιστράτηγος τῆς δυνάμεως αὐτοῦ. 27 καὶ εἶπεν αὐτοῖς ᾿Ισαάκ· ἵνα τί ἤλθετε πρός με; ὑμεῖς δὲ ἐμισήσατέ με καὶ ἐξαπεστείλατέ με ἀφ᾿ ὑμῶν. 28 οἱ δὲ εἶπαν· ἰδόντες ἑωράκαμεν, ὅτι ἦν Κύριος μετὰ σοῦ, καὶ εἴπαμεν· γενέσθω ἀρὰ ἀνὰ μέσον ἡμῶν καὶ ἀνὰ μέσον σοῦ, καὶ διαθησόμεθα μετὰ σοῦ διαθήκην, 29 μὴ ποιῆσαι μεθ᾿ ἡμῶν κακόν, καθότι οὐκ ἐβδελυξάμεθά σε ἡμεῖς, καὶ ὃν τρόπον ἐχρησάμεθά σοι καλῶς καί ἐξαπεστείλαμέν σε μετ᾿ εἰρήνης· καὶ νῦν εὐλογημένος σὺ ὑπὸ Κυρίου. 30 καὶ ἐποίησεν αὐτοῖς δοχήν, καὶ ἔφαγον καὶ ἔπιον· 31 καὶ ἀναστάντες τὸ πρωΐ, ὤμοσεν ἕκαστος τῷ πλησίον αὐτοῦ, καὶ ἐξαπέστειλεν αὐτοὺς ᾿Ισαάκ, καὶ ἀπῴχοντο ἀπ᾿ αὐτοῦ μετὰ σωτηρίας. 32 ἐγένετο δὲ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ καὶ παραγενόμενοι οἱ παῖδες ᾿Ισαὰκ ἀπήγγειλαν αὐτῷ περὶ τοῦ φρέατος, οὗ ὤρυξαν, καὶ εἶπαν· οὐχ εὕρομεν ὕδωρ. 33 καὶ ἐκάλεσεν αὐτὸ ῞Ορκος· διὰ τοῦτο ἐκάλεσεν ὄνομα τῇ πόλει ἐκείνῃ Φρέαρ ὅρκου ἕως τῆς σήμερον ἡμέρας. 34 ῏Ην δὲ ῾Ησαῦ ἐτῶν τεσσαράκοντα καὶ ἔλαβε γυναῖκα ᾿Ιουδίθ, θυγατέρα Βεὼχ τοῦ Χετταίου καὶ τὴν Βασεμάθ, θυγατέρα ῾Ελὼν Χετταίου. 35 καὶ ἦσαν ἐρίζουσαι τῷ ᾿Ισαὰκ καὶ τῇ Ρεβέκκᾳ» (Γένεση, 26, 1 0- 34).


Το Α’ Βασιλειών για τους πολέμους των Φιλισταίων με τους Εβραίους.
Οι πόλεμοι μεταξύ Φιλισταίων και Εβραίων περιγράφονται στο Α’ Βασιλειών. Τα πολεμικά αυτά γεγονότα έλαβαν χώρα μετά την επιστροφή των Εβραίων στην Χαναάν, μετά την έξοδό τους από την Αίγυπτο.
Η ατυχής για τους Εβραίους μάχη του Αφέκ που είχε ως αποτέλεσμα να περιέλθει η Κιβωτός της Διαθήκης στα χέρια των Φιλισταίων περιγράφεται από το 1ο βιβλίο των Βασιλειών: «Καί ἐγενήθη ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις καὶ συναθροίζονται ἀλλόφυλοι ἐπὶ ᾿Ισραὴλ εἰς πόλεμον· καὶ ἐξῆλθεν ᾿Ισραὴλ εἰς ἀπάντησιν αὐτοῖς εἰς πόλεμον καὶ παρεμβάλλουσιν ἐπὶ ᾿Αβενέζερ, καὶ οἱ ἀλλόφυλοι παρεμβάλλουσιν ἐν ᾿Αφέκ. 2 καὶ παρατάσσονται ἀλλόφυλοι εἰς πόλεμον ἐπὶ ᾿Ισραήλ· καὶ ἔκλινεν ὁ πόλεμος, καὶ ἔπταισεν ἀνὴρ ᾿Ισραὴλ ἐνώπιον ἀλλοφύλων, καὶ ἐπλήγησαν ἐν τῇ παρατάξει ἐν ἀγρῷ τέσσαρες χιλιάδες ἀνδρῶν. 3 καὶ ἦλθεν ὁ λαὸς εἰς τὴν παρεμβολήν, καὶ εἶπαν οἱ πρεσβύτεροι ᾿Ισραήλ· κατὰ τί ἔπταισεν ἡμᾶς Κύριος σήμερον ἐνώπιον ἀλλοφύλων; λάβωμεν τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἐκ Σηλώμ, καὶ ἐξελθέτω ἐκ μέσου ἡμῶν, καὶ σώσει ἡμᾶς ἐκ χειρὸς ἐχθρῶν ἡμῶν. 4 καὶ ἀπέστειλεν ὁ λαὸς εἰς Σηλώμ, καὶ αἴρουσιν ἐκεῖθεν τὴν κιβωτὸν Κυρίου καθημένου Χερουβίμ· καὶ ἀμφότεροι οἱ υἱοὶ ῾Ηλὶ μετὰ τῆς κιβωτοῦ, ᾿Οφνὶ καὶ Φινεές. 5 καὶ ἐγενήθη ὡς ἦλθεν ἡ κιβωτὸς Κυρίου εἰς τὴν παρεμβολήν, καὶ ἀνέκραξε πᾶς ᾿Ισραὴλ φωνῇ μεγάλῃ, καὶ ἤχησεν ἡ γῆ. 6 καὶ ἤκουσαν οἱ ἀλλόφυλοι τῆς κραυγῆς, καὶ εἶπον οἱ ἀλλόφυλοι· τίς ἡ κραυγὴ ἡ μεγάλη αὕτη ἐν τῇ παρεμβολῇ τῶν ῾Εβραίων; καὶ ἔγνωσαν ὅτι κιβωτὸς Κυρίου ἥκει εἰς τὴν παρεμβολήν. 7 καὶ ἐφοβήθησαν οἱ ἀλλόφυλοι καὶ εἶπον· οὗτοι οἱ θεοὶ ἥκασι πρὸς αὐτοὺς εἰς τὴν παρεμβολήν· οὐαὶ ἡμῖν· ἐξελοῦ ἡμᾶς, κύριε, σήμερον, ὅτι οὐ γέγονε τοιαύτη ἐχθὲς καὶ τρίτην. 8 οὐαὶ ἡμῖν· τίς ἐξελεῖται ἡμᾶς ἐκ χειρὸς τῶν θεῶν τῶν στερεῶν τούτων; οὗτοι οἱ θεοί, οἱ πατάξαντες τὴν Αἴγυπτον ἐν πάσῃ πληγῇ καὶ ἐν τῇ ἐρήμῳ. 9 κραταιοῦσθε καὶ γίνεσθε εἰς ἄνδρας ἀλλόφυλοι, ὅπως μὴ δουλεύσητε τοῖς ῾Εβραίοις, καθὼς ἐδούλευσαν ἡμῖν, καὶ ἔσεσθε εἰς ἄνδρας καὶ πολεμήσατε αὐτούς. 10 καὶ ἐπολέμησαν αὐτούς· καὶ πταίει ἀνὴρ ᾿Ισραὴλ, καὶ ἔφυγεν ἕκαστος εἰς σκήνωμα αὐτοῦ· καὶ ἐγένετο πληγή μεγάλη σφόδρα, καὶ ἔπεσον ἐξ ᾿Ισραὴλ τριάκοντα χιλιάδες ταγμάτων. 11 καὶ κιβωτὸς τοῦ Θεοῦ ἐλήφθη, καὶ ἀμφότεροι οἱ υἱοὶ ῾Ηλὶ ἀπέθανον, ᾿Οφνὶ καὶ Φινεές» (Α’ Βασιλειών, 4, 1 – 11).
Το 7ο κεφάλαιο του 1ου βιβλίου των Βασιλειών περιγράφει την νίκη των Εβραίων επί των Φιλισταίων στην μάχη του Αβενέζερ: «3 καὶ εἶπε Σαμουὴλ πρὸς πάντα οἶκον ᾿Ισραὴλ λέγων· εἰ ἐν ὅλῃ καρδίᾳ ὑμῶν ὑμεῖς ἐπιστρέφετε πρὸς Κύριον, περιέλετε θεοὺς ἀλλοτρίους ἐκ μέσου ὑμῶν καὶ τὰ ἄλση καὶ ἑτοιμάσατε τὰς καρδίας ὑμῶν πρὸς Κύριον καὶ δουλεύσατε αὐτῷ μόνῳ, καὶ ἐξελεῖται ὑμᾶς ἐκ χειρὸς ἀλλοφύλων. 4 καὶ περιεῖλον οἱ υἱοὶ ᾿Ισραὴλ τὰς Βααλὶμ καὶ τὰ ἄλση ᾿Ασταρὼθ καὶ ἐδούλευσαν Κυρίῳ μόνῳ. 5 καὶ εἶπε Σαμουήλ· ἀθροίσατε πάντα ᾿Ισραὴλ εἰς Μασσηφάθ, καὶ προσεύξομαι περὶ ὑμῶν πρὸς Κύριον. 6 καὶ συνήχθησαν εἰς Μασσηφὰθ καὶ ὑδρεύονται ὕδωρ καὶ ἐξέχεαν ἐνώπιον Κυρίου ἐπὶ τὴν γῆν. καὶ ἐνήστευσαν ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ καὶ εἶπαν· ἡμαρτήκαμεν ἐνώπιον Κυρίου· καὶ ἐδίκαζε Σαμουὴλ τοὺς υἱοὺς ᾿Ισραὴλ εἰς Μασσηφάθ. 7 καὶ ἤκουσαν οἱ ἀλλόφυλοι ὅτι συνηθροίσθησαν πάντες οἱ υἱοὶ ᾿Ισραὴλ εἰς Μασσηφάθ, καὶ ἀνέβησαν σατράπαι ἀλλοφύλων ἐπὶ ᾿Ισραήλ· καὶ ἀκούουσιν οἱ υἱοὶ ᾿Ισραὴλ καὶ ἐφοβήθησαν ἀπὸ προσώπου ἀλλοφύλων. 8 καὶ εἶπαν οἱ υἱοὶ ᾿Ισραὴλ πρὸς Σαμουήλ· μὴ παρασιωπήσῃς ἀφ᾿ ἡμῶν τοῦ μὴ βοᾶν πρὸς Κύριον Θεόν σου, καὶ σώσει ἡμᾶς ἐκ χειρὸς ἀλλοφύλων. 9 καὶ ἔλαβε Σαμουὴλ ἄρνα γαλαθηνὸν ἕνα, καὶ ἀνήνεγκεν αὐτὸν ὁλοκαύτωσιν σὺν παντὶ τῷ λαῷ τῷ Κυρίῳ. καὶ ἐβόησε Σαμουὴλ πρὸς Κύριον περὶ ᾿Ισραήλ, καὶ ἐπήκουσεν αὐτοῦ Κύριος. 10 καὶ ἦν Σαμουὴλ ἀναφέρων τὴν ὁλοκαύτωσιν, καὶ ἀλλόφυλοι προσῆγον εἰς πόλεμον ἐπὶ ᾿Ισραήλ. καὶ ἐβρόντησε Κύριος ἐν φωνῇ μεγάλῃ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἐπὶ τοὺς ἀλλοφύλους, καὶ συνεχύθησαν καὶ ἔπταισαν ἐνώπιον ᾿Ισραήλ. 11 καὶ ἐξῆλθαν ἄνδρες ᾿Ισραὴλ ἐκ Μασσηφὰθ καὶ κατεδίωξαν τοὺς ἀλλοφύλους καὶ ἐπάταξαν αὐτοὺς ἕως ὑποκάτω τοῦ Βαιθχόρ. 12 καὶ ἔλαβε Σαμουὴλ λίθον ἕνα καὶ ἔστησεν αὐτὸν ἀνὰ μέσον Μασσηφὰθ καὶ ἀνὰ μέσον τῆς παλαιᾶς καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾿Αβενέζερ, Λίθος τοῦ βοηθοῦ, καὶ εἶπεν· ἕως ἐνταῦθα ἐβοήθησεν ἡμῖν Κύριος. 13 καὶ ἐταπείνωσε Κύριος τοὺς ἀλλοφύλους, καὶ οὐ προσέθεντο ἔτι προσελθεῖν εἰς ὅριον ᾿Ισραήλ· καὶ ἐγενήθη χεὶρ Κυρίου ἐπὶ τοὺς ἀλλοφύλους πάσας τὰς ἡμέρας τοῦ Σαμουήλ. 14 καὶ ἀπεδόθησαν αἱ πόλεις, ἃς ἔλαβον οἱ ἀλλόφυλοι παρὰ τῶν υἱῶν ᾿Ισραήλ, καὶ ἀπέδωκαν αὐτὰς τῷ ᾿Ισραὴλ ἀπὸ ᾿Ασκάλωνος ἕως ᾿Αζόβ, καὶ τὸ ὅριον ᾿Ισραὴλ ἀφείλοντο ἐκ χειρὸς ἀλλοφύλων. καὶ ἦν εἰρήνη ἀνὰ μέσον ᾿Ισραὴλ καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ ᾿Αμορραίου» (Α’ Βασιλειών, 7, 3 – 14).
Ενδιαφέρουσα είναι και η περιγραφή που μας δίνει το 1ο βιβλίο των Βασιλειών για την αψιμαχία της Μαχμάς: «Καί γίνεται ἡ ἡμέρα καὶ εἶπεν ᾿Ιωνάθαν υἱὸς Σαοὺλ τῷ παιδαρίῳ τῷ αἴροντι τὰ σκεύη αὐτοῦ· δεῦρο, καὶ διαβῶμεν εἰς Μεσσὰβ τῶν ἀλλοφύλων τὴν ἐν τῷ πέραν ἐκείνῳ· καὶ τῷ πατρὶ αὐτοῦ οὐκ ἀπήγγειλε. 2 καὶ Σαοὺλ ἐκάθητο ἐπ᾿ ἄκρου τοῦ βουνοῦ ὑπὸ τὴν ροὰν τὴν ἐν Μαγδών, καὶ ἦσαν μετ᾿ αὐτοῦ ὡς ἑξακόσιοι ἄνδρες· 3 καὶ ᾿Αχιὰ υἱὸς ᾿Αχιτὼβ ἀδελφοῦ ᾿Ιωχαβὴδ υἱοῦ Φινεὲς υἱοῦ ῾Ηλὶ ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ ἐν Σηλὼμ αἴρων ἐφούδ. καὶ ὁ λαὸς οὐκ ᾔδει ὅτι πεπόρευται ᾿Ιωνάθαν. 4 καὶ ἀνὰ μέσον τῆς διαβάσεως, οὗ ἐζήτει ᾿Ιωνάθαν διαβῆναι εἰς τὴν ὑπόστασιν τῶν ἀλλοφύλων, καὶ ὁδοὺς πέτρας ἐκ τούτου καὶ ὁδοὺς πέτρας ἐκ τούτου, ὄνομα τῷ ἑνὶ Βασὲς καὶ ὄνομα τῷ ἄλλῳ Σεννά· 5 ἡ ὁδὸς ἡ μία ἀπὸ βορρᾶ ἐρχομένῳ Μαχμὰς καὶ ἡ ὁδὸς ἡ ἄλλη ἀπὸ νότου ἐρχομένῳ Γαβαέ. 6 καὶ εἶπεν ᾿Ιωνάθαν πρὸς τὸ παιδάριον τὸ αἶρον τὰ σκεύη αὐτοῦ· δεῦρο διαβῶμεν εἰς Μεσσὰβ τῶν ἀπεριτμήτων τούτων, εἴτι ποιήσαι Κύριος ἡμῖν· ὅτι οὐκ ἔστι τῷ Κυρίῳ συνεχόμενον σῴζειν ἐν πολλοῖς ἢ ἐν ὀλίγοις. 7 καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ αἴρων τὰ σκεύη αὐτοῦ· ποίει πᾶν, ὃ ἐὰν ἡ καρδία σου ἐκλίνῃ, ἰδοὺ ἐγὼ μετὰ σοῦ, ὡς ἡ καρδία σου καρδία μου. 8 καὶ εἶπεν ᾿Ιωνάθαν· ἰδοὺ ἡμεῖς διαβαίνομεν πρὸς τοὺς ἄνδρας καὶ κατακυλισθησόμεθα πρὸς αὐτούς· 9 ἐὰν τάδε εἴπωσι πρὸς ἡμᾶς· ἀπόστητε ἐκεῖ ἕως ἂν ἀπαγγείλωμεν ὑμῖν, καὶ στησόμεθα ἐφ᾿ ἑαυτοῖς καὶ οὐ μὴ ἀναβῶμεν ἐπ᾿ αὐτούς· 10 ἐὰν τάδε εἴπωσι πρὸς ἡμᾶς· ἀνάβητε πρὸς ἡμᾶς, καὶ ἀναβησόμεθα, ὅτι παραδέδωκεν αὐτοὺς Κύριος εἰς χεῖρας ἡμῶν· τοῦτο ἡμῖν τὸ σημεῖον. 11 καὶ εἰσῆλθον ἀμφότεροι εἰς Μεσσὰβ τῶν ἀλλοφύλων· καὶ λέγουσιν οἱ ἀλλόφυλοι· ἰδοὺ ῾Εβραῖοι ἐκπορεύονται ἐκ τῶν τρωγλῶν αὐτῶν, οὗ ἐκρύβησαν ἐκεῖ. 12 καὶ ἀπεκρίθησαν οἱ ἄνδρες Μεσσὰβ πρὸς ᾿Ιωνάθαν καὶ πρὸς τὸν αἴροντα τὰ σκεύη αὐτοῦ καὶ λέγουσιν· ἀνάβητε πρὸς ἡμᾶς, καὶ γνωριοῦμεν ὑμῖν ρῆμα. καὶ εἶπεν ᾿Ιωνάθαν πρὸς τὸν αἴροντα τὰ σκεύη αὐτοῦ· ἀνάβηθι ὀπίσω μου, ὅτι παρέδωκεν αὐτοὺς Κύριος εἰς χεῖρας ᾿Ισραήλ. 13 καὶ ἀνέβη ᾿Ιωνάθαν ἐπὶ τὰς χεῖρας αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τοὺς πόδας αὐτοῦ καὶ ὁ αἴρων τὰ σκεύη αὐτοῦ μετ᾿ αὐτοῦ· καὶ ἐπέβλεψαν κατὰ πρόσωπον ᾿Ιωνάθαν, καὶ ἐπάταξεν αὐτούς, καὶ ὁ αἴρων τὰ σκεύη αὐτοῦ ἐπεδίδου ὀπίσω αὐτοῦ. 14 καὶ ἐγενήθη ἡ πληγὴ ἡ πρώτη, ἣν ἐπάταξεν ᾿Ιωνάθαν καὶ ὁ αἴρων τὰ σκεύη αὐτοῦ, ὡς εἴκοσιν ἄνδρες ἐν βολίσι καὶ ἐν πετροβόλοις καὶ ἐν κόχλαξι τοῦ πεδίου. 15 καὶ ἐγενήθη ἔκστασις ἐν τῇ παρεμβολῇ καὶ ἐν ἀγρῷ, καὶ πᾶς ὁ λαὸς ὁ ἐν Μεσσὰβ καὶ οἱ διαφθείροντες ἐξέστησαν, καὶ αὐτοὶ οὐκ ἤθελον ποιεῖν· καὶ ἐθάμβησεν ἡ γῆ, καὶ ἐγενήθη ἔκστασις παρὰ Κυρίου. 16 καὶ εἶδον οἱ σκοποὶ τοῦ Σαοὺλ ἐν Γαβαὰ Βενιαμὶν καὶ ἰδοὺ ἡ παρεμβολὴ τεταραγμένη ἔνθεν καὶ ἔνθεν. 17 καὶ εἶπε Σαοὺλ τῷ λαῷ τῷ μετ᾿ αὐτοῦ· ἐπισκέψασθε δὴ καὶ ἴδετε τίς πεπόρευται ἐξ ὑμῶν· καὶ ἐπεσκέψαντο, καὶ ἰδοὺ οὐχ εὑρίσκετο ᾿Ιωνάθαν καὶ ὁ αἴρων τὰ σκεύη αὐτοῦ. 18 καὶ εἶπε Σαοὺλ τῷ ᾿Αχιᾷ· προσάγαγε τὸ ἐφούδ· ὅτι αὐτὸς ᾖρε τὸ ἐφοὺδ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἐνώπιον ᾿Ισραήλ. 19 καὶ ἐγενήθη ὡς ἐλάλει Σαοὺλ πρὸς τὸν ἱερέα, καὶ ὁ ἦχος ἐν τῇ παρεμβολῇ τῶν ἀλλοφύλων ἐπορεύετο πορευόμενος καὶ ἐπλήθυνε· καὶ εἶπε Σαοὺλ πρὸς τὸν ἱερέα· συνάγαγε τὰς χεῖράς σου. 20 καὶ ἀνέβη Σαοὺλ καὶ πᾶς ὁ λαὸς ὁ μετ᾿ αὐτοῦ καὶ ἔρχονται ἕως τοῦ πολέμου, καὶ ἰδοὺ ἐγένετο ρομφαία ἀνδρὸς ἐπὶ τὸν πλησίον αὐτοῦ, σύγχυσις μεγάλη σφόδρα. 21 καὶ οἱ δοῦλοι οἱ ὄντες ἐχθὲς καὶ τρίτην ἡμέραν μετὰ τῶν ἀλλοφύλων οἱ ἀναβάντες εἰς τὴν παρεμβολὴν ἐπεστράφησαν καὶ αὐτοὶ εἶναι μετὰ ᾿Ισραὴλ τῶν μετὰ Σαοὺλ καὶ ᾿Ιωνάθαν. 22 καὶ πᾶς ᾿Ισραὴλ οἱ κρυπτόμενοι ἐν τῷ ὄρει ᾿Εφραὶμ καὶ ἤκουσαν ὅτι πεφεύγασιν οἱ ἀλλόφυλοι, καὶ συνάπτουσι καὶ αὐτοὶ ὀπίσω αὐτῶν εἰς πόλεμον. 23 καὶ ἔσωσε Κύριος ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τὸν ᾿Ισραήλ. Καὶ ὁ πόλεμος διῆλθε τὴν Βαμώθ, καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἦν μετὰ Σαοὺλ ὡς δέκα χιλιάδες ἀνδρῶν· καὶ ἦν ὁ πόλεμος διεσπαρμένος εἰς ὅλην τὴν πόλιν ἐν τῷ ὄρει ᾿Εφραίμ. 24 καὶ Σαοὺλ ἠγνόησεν ἄγνοιαν μεγάλην ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ καὶ ἀρᾶται τῷ λαῷ λέγων· ἐπικατάρατος ὁ ἄνθρωπος, ὃς φάγεται ἄρτον ἕως ἑσπέρας, καὶ ἐκδικήσω τὸν ἐχθρόν μου· καὶ οὐκ ἐγεύσατο πᾶς ὁ λαὸς ἄρτου. καὶ πᾶσα ἡ γῆ ἠρίστα. 25 καὶ ᾿Ιάαλ δρυμὸς ἦν μελισσῶνος κατὰ πρόσωπον τοῦ ἀγροῦ, 26 καὶ εἰσῆλθεν ὁ λαὸς εἰς τὸν μελισσῶνα, καὶ ἰδοὺ ἐπορεύετο λαλῶν, καὶ ἰδοὺ οὐκ ἦν ἐπιστρέφων τὴν χεῖρα αὐτοῦ εἰς τὸ στόμα αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβήθη ὁ λαὸς τὸν ὅρκον Κυρίου. 27 καὶ ᾿Ιωνάθαν οὐκ ἀκηκόει ἐν τῷ ὁρκίζειν τὸν πατέρα αὐτοῦ τὸν λαόν· καὶ ἐξέτεινε τὸ ἄκρον τοῦ σκήπτρου αὐτοῦ τοῦ ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ καὶ ἔβαψεν αὐτὸ εἰς τὸ κηρίον τοῦ μέλιτος καὶ ἐπέστρεψε τὴν χεῖρα αὐτοῦ εἰς τὸ στόμα αὐτοῦ, καὶ ἀνέβλεψαν οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ. 28 καὶ ἀπεκρίθη εἷς ἐκ τοῦ λαοῦ καὶ εἶπεν· ὁρκίσας ὥρκισε τὸν λαὸν ὁ πατήρ σου λέγων· ἐπικατάρατος ὁ ἄνθρωπος, ὃς φάγεται ἄρτον σήμερον, καὶ ἐξελύθη ὁ λαός. 29 καὶ ἔγνω ᾿Ιωνάθαν καὶ εἶπεν· ἀπήλλαχεν ὁ πατήρ μου τὴν γῆν· ἰδὲ δὴ ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου ὅτι ἐγευσάμην βραχύ τι τοῦ μέλιτος τούτου· 30 ἀλλ᾿ ὅτι εἰ ἔφαγεν ἔσθων σήμερον ὁ λαὸς τῶν σκύλων τῶν ἐχθρῶν αὐτῶν, ὧν εὗρεν, ὅτι νῦν ἂν μείζων ἦν ἡ πληγὴ ἡ ἐν τοῖς ἀλλοφύλοις. 31 καὶ ἐπάταξεν ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἐκ τῶν ἀλλοφύλων ἐν Μαχμάς, καὶ ἐκοπίασεν ὁ λαὸς σφόδρα. 32 καὶ ἐκλήθη ὁ λαὸς εἰς τὰ σκῦλα, καὶ ἔλαβεν ὁ λαὸς ποίμνια καὶ βουκόλια καὶ τέκνα βοῶν καὶ ἔσφαξεν ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ ἤσθιεν ὁ λαὸς σὺν τῷ αἵματι. 33 καὶ ἀπηγγέλη Σαοὺλ λέγοντες· ἡμάρτηκεν ὁ λαὸς τῷ Κυρίῳ φαγὼν σὺν τῷ αἵματι. καὶ εἶπε Σαοὺλ ἐκ Γεθθαίμ· κυλίσατέ μοι λίθον ἐνταῦθα μέγαν. 34 καὶ εἶπε Σαούλ· διασπάρητε ἐν τῷ λαῷ καὶ εἴπατε αὐτοῖς προσαγαγεῖν ἐνταῦθα ἕκαστος τὸν μόσχον αὐτοῦ καὶ ἕκαστος τὸ πρόβατον αὐτοῦ, καὶ σφαζέτω ἐπὶ τούτου, καὶ οὐ μὴ ἁμάρτητε τῷ Κυρίῳ τοῦ ἐσθίειν σὺν τῷ αἵματι· καὶ προσῆγεν ὁ λαὸς ἕκαστος τὸἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ καὶ ἔσφαζον ἐκεῖ. 35 καὶ ᾠκοδόμησεν ἐκεῖ Σαοὺλ θυσιαστήριον τῷ Κυρίῳ· τοῦτο ἤρξατο Σαοὺλ οἰκοδομῆσαι θυσιαστήριον τῷ Κυρίῳ. 36 Καὶ εἶπε Σαούλ· καταβῶμεν ὀπίσω τῶν ἀλλοφύλων τὴν νύκτα καὶ διαρπάσωμεν ἐν αὐτοῖς ἕως διαφαύσῃ ἡμέρα, καὶ μὴ ὑπολείπωμεν ἐν αὐτοῖς ἄνδρα. καὶ εἶπαν· πᾶν τὸ ἀγαθὸν ἐνώπιόν σου ποίει. καὶ εἶπεν ὁ ἱερεύς· προσέλθωμεν ἐνταῦθα πρὸς τὸν Θεόν. 37 καὶ ἐπηρώτησε Σαοὺλ τὸν Θεόν· εἰ καταβῶ ὀπίσω τῶν ἀλλοφύλων, εἰ παραδώσεις αὐτοὺς εἰς χεῖρας ᾿Ισραήλ; καὶ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῷ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ. 38 καὶ εἶπε Σαούλ· προσαγάγετε ἐνταῦθα πάσας τὰς γωνίας τοῦ ᾿Ισραὴλ καὶ γνῶτε καὶ ἴδετε ἐν τίνι γέγονεν ἡ ἁμαρτία αὕτη σήμερον· 39 ὅτι ζῇ Κύριος ὁ σώσας τὸν ᾿Ισραήλ, ὅτι ἐὰν ἀποκριθῇ κατὰ ᾿Ιωνάθαν τοῦ υἱοῦ μου, θανάτῳ ἀποθανεῖται. καὶ οὐκ ἦν ὁ ἀποκρινόμενος ἐκ παντὸς τοῦ λαοῦ. 40 καὶ εἶπε παντὶ ἀνδρὶ ᾿Ισραήλ· ὑμεῖς ἔσεσθε εἰς δουλείαν, καὶ ἐγὼ καὶ ᾿Ιωνάθαν ὁ υἱός μου ἐσόμεθα εἰς δουλείαν. καὶ εἶπεν ὁ λαὸς πρὸς Σαούλ· τὸ ἀγαθὸν ἐνώπιόν σου ποίει. 41 καὶ εἶπε Σαούλ· Κύριε ὁ Θεὸς ᾿Ισραήλ, τί ὅτι οὐκ ἀπεκρίθης τῷ δούλῳ σου σήμερον; εἰ ἐν ἐμοὶ ἢ ἐν ᾿Ιωνάθαν τῷ υἱῷ μου ἡ ἀδικία; Κύριε ὁ Θεὸς ᾿Ισραὴλ δὸς δήλους· καὶ ἐὰν τάδε εἴπῃς, ἐν τῷ λαῷ σου ᾿Ισραήλ, δὸς δὴ ὁσιότητα. καὶ κληροῦται ᾿Ιωνάθαν καὶ Σαούλ, καὶ ὁ λαὸς ἐξῆλθε. 42 καὶ εἶπε Σαούλ· βάλετε ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ἀνὰ μέσον ᾿Ιωνάθαν τοῦ υἱοῦ μου· ὃν ἂν κατακληρώσηται Κύριος, ἀποθανέτω. καὶ εἶπεν ὁ λαὸς πρὸς Σαούλ· οὐκ ἔστι τὸ ρῆμα τοῦτο. καὶ κατεκράτησε Σαοὺλ τοῦ λαοῦ, καὶ βάλλουσιν ἀνὰ μέσον αὐτοῦ καὶ ἀνὰ μέσον ᾿Ιωνάθαν τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, καὶ κατακληροῦται ᾿Ιωνάθαν. 43 καὶ εἶπε Σαοὺλ πρὸς ᾿Ιωνάθαν· ἀπάγγειλόν μοι τί πεποίηκας. καὶ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ᾿Ιωνάθαν καὶ εἶπε· γευόμενος ἐγευσάμην ἐν ἄκρῳ τῷ σκήπτρῳ τῷ ἐν τῇ χειρί μου βραχὺ μέλι, καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποθνήσκω. 44 καὶ εἶπεν αὐτῷ Σαούλ· τάδε ποιήσαι μοι ὁ Θεὸς καὶ τάδε προσθείη, ὅτι θανάτῳ ἀποθανῇ σήμερον. 45 καὶ εἶπεν ὁ λαὸς πρὸς Σαούλ· εἰ σήμερον θανατωθήσεται ὁ ποιήσας τὴν σωτηρίαν τὴν μεγάλην ταύτην ἐν ᾿Ισραήλ; ζῇ Κύριος, εἰ πεσεῖται τριχὸς τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ ἐπὶ τὴν γῆν· ὅτι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ ἐποίησε τὴν ἡμέραν ταύτην. καὶ προσηύξατο ὁ λαὸς περὶ ᾿Ιωνάθαν ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, καὶ οὐκ ἀπέθανε. 46 καὶ ἀνέβη Σαοὺλ ἀπὸ ὄπισθεν τῶν ἀλλοφύλων, καὶ οἱ ἀλλόφυλοι ἀπῆλθον εἰς τὸν τόπον αὐτῶν. 47 Καὶ Σαοὺλ κατακληροῦται ἔργον ἐπὶ ᾿Ισραήλ. καὶ ἐπολέμει κύκλῳ πάντας τούς ἐχθροὺς αὐτοῦ, εἰς τὸν Μωὰβ καὶ εἰς τοὺς υἱοὺς ᾿Αμμὼν καὶ εἰς τοὺς υἱοὺς ᾿Εδὼμ καὶ εἰς τὸν Βαιθεὼρ καὶ εἰς βασιλέα Σουβὰ καὶ εἰς τοὺς ἀλλοφύλους· οὗ ἂν ἐστράφη, ἐσώζετο. 48 καὶ ἐποίησε δύναμιν καὶ ἐπάταξε τὸν ᾿Αμαλὴκ καὶ ἐξείλατο τὸν ᾿Ισραὴλ ἐκ χειρὸς τῶν καταπατούντων αὐτόν. 49 καὶ ἦσαν οἱ υἱοὶ Σαοὺλ ᾿Ιωνάθαν καὶ ᾿Ιεσσιοὺ καὶ Μελχισά· καὶ ὀνόματα τῶν δύο θυγατέρων αὐτοῦ, ὄνομα τῇ πρωτοτόκῳ Μερόβ, καὶ ὄνομα τῇ δευτέρᾳ Μελχόλ· 50 καὶ ὄνομα τῇ γυναικὶ αὐτοῦ ᾿Αχινοὸμ θυγάτηρ ᾿Αχιμάας. καὶ ὄνομα τῷ ἀρχιστρατήγῳ αὐτοῦ ᾿Αβεννήρ, υἱὸς Νήρ, υἱοῦ οἰκείου Σαούλ· 51 καὶ Κὶς πατὴρ Σαοὺλ καὶ Νὴρ πατὴρ ᾿Αβεννὴρ υἱὸς ᾿Ιαμὶν υἱοῦ ᾿Αβιήλ. 52 καὶ ἦν ὁ πόλεμος κραταιὸς ἐπὶ τοὺς ἀλλοφύλους πάσας τὰς ἡμέρας Σαούλ. καὶ ἰδὼν Σαοὺλ πάντα ἄνδρα δυνατὸν καὶ πάντα ἄνδρα υἱὸν δυνάμεως καὶ συνήγαγεν αὐτοὺς πρὸς αὐτόν» (Α’ Βασιλειών, 14, 1 – 52).





Ο Δαβίδ ευχαριστεί τον Θεό για την νίκη του επί του Γολιάθ. Tiziano 1542.

Η αποκορύφωση των πολεμικών περιγραφών του 1ου βιβλίου των Βασιλειών είναι η επική μονομαχία της κοιλάδας του Ηλά και της νίκης του Δαβίδ επί του Γολοάθ: «Καί συνάγουσιν ἀλλόφυλοι τὰς παρεμβολὰς αὐτῶν εἰς πόλεμον καὶ συνάγονται εἰς Σοκχὼθ τῆς ᾿Ιουδαίας καὶ παρεμβάλλουσιν ἀνὰ μέσον Σοκχὼθ καὶ ἀνὰ μέσον ᾿Αζηκὰ ᾿Εφερμέμ. 2 καὶ Σαοὺλ καὶ οἱ ἄνδρες ᾿Ισραὴλ συνάγονται καὶ παρεμβάλλουσιν ἐν τῇ κοιλάδι αὐτοὶ καὶ παρατάσσονται εἰς πόλεμον ἐξεναντίας τῶν ἀλλοφύλων. 3 καὶ ἀλλόφυλοι ἵστανται ἐπὶ τοῦ ὄρους ἐνταῦθα, καὶ ᾿Ισραὴλ ἵσταται ἐπὶ τοῦ ὄρους ἐνταῦθα, καὶ ὁ αὐλὼν ἀνὰ μέσον αὐτῶν. 4 καὶ ἐξῆλθεν ἀνὴρ δυνατὸς ἐκ τῆς παρατάξεως τῶν ἀλλοφύλων Γολιὰθ ὄνομα αὐτῶν ἐκ Γέθ, ὕψος αὐτοῦ τεσσάρων πήχεων καὶ σπιθαμῆς· 5 καὶ περικεφαλαία ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, καὶ θώρακα ἁλυσιδωτὸν αὐτὸς ἐνδεδυκώς, καὶ ὁ σταθμὸς τοῦ θώρακος αὐτοῦ πέντε χιλιάδες σίκλων χαλκοῦ καὶ σιδήρου· 6 καὶ κνημῖδες χαλκαῖ ἐπὶ τῶν σκελῶν αὐτοῦ, καὶ ἀσπὶς χαλκῆ ἀνὰ μέσον τῶν ὤμων αὐτοῦ· 7 καὶ ὁ κοντὸς τοῦ δόρατος αὐτοῦ ὡσεὶ μέσακλον ὑφαινόντων, καὶ ἡ λόγχη αὐτοῦ ἑξακοσίων σίκλων σιδήρου· καὶ ὁ αἴρων τὰ ὅπλα αὐτοῦ προεπορεύετο αὐτοῦ. 8 καὶ ἔστη καὶ ἀνεβόησεν εἰς τὴν παράταξιν ᾿Ισραὴλ καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τί ἐκπορεύεσθε παρατάξασθαι πολέμῳ ἐξεναντίας ἡμῶν; οὐκ ἐγώ εἰμι ἀλλόφυλος καὶ ὑμεῖς ῾Εβραῖοι τοῦ Σαούλ; ἐκλέξασθε ἑαυτοῖς ἄνδρα καὶ καταβήτω πρός με, 9 καὶ ἐὰν δυνηθῇ πολεμῆσαι πρός με καὶ ἐὰν πατάξῃ με, καὶ ἐσόμεθα ὑμῖν εἰς δούλους· ἐὰν δὲ ἐγὼ δυνηθῶ καὶ πατάξω αὐτόν, ἔσεσθε ἡμῖν εἰς δούλους καὶ δουλεύσετε ἡμῖν. 10 καὶ εἶπεν ὁ ἀλλόφυλος· ἰδοὺ ἐγὼ ὠνείδισα τὴν παράταξιν ᾿Ισραὴλ σήμερον ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ· δότε μοι ἄνδρα, καὶ μονομαχήσομεν ἀμφότεροι. 11 καὶ ἤκουσε Σαοὺλ καὶ πᾶς ᾿Ισραὴλ τὰ ρήματα τοῦ ἀλλοφύλου ταῦτα καὶ ἐξέστησαν καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα 12 Καὶ εἶπε Δαυὶδ υἱὸς ἀνθρώπου ᾿Εφραθαίου· οὗτος ἐκ Βηθλεὲμ ᾿Ιούδα, καὶ ὄνομα αὐτῷ ᾿Ιεσσαί, καὶ αὐτῷ ὀκτῲ υἱοί· καὶ ὁ ἀνὴρ ἐν ταῖς ἡμέραις Σαοὺλ πρεσβύτερος ἐληλυθὼς ἐν ἀνδράσι. 13 καὶ ἐπορεύθησαν οἱ τρεῖς υἱοὶ ᾿Ιεσσαὶ οἱ μείζονες ὀπίσω Σαοὺλ εἰς πόλεμον, καὶ ὄνομα τῶν υἱῶν αὐτοῦ τῶν πορευθέντων εἰς τὸν πόλεμον, ᾿Ελιὰβ ὁ πρωτότοκος αὐτοῦ καὶ ὁ δεύτερος αὐτοῦ ᾿Αμιναδὰβ καὶ ὁ τρίτος αὐτοῦ Σαμμά. 14 καὶ Δαυὶδ αὐτός ἐστιν ὁ νεώτερος καὶ οἱ τρεῖς οἱ μείζονες ἐπορεύθησαν ὀπίσω Σαούλ. 15 Καὶ Δαυὶδ ἀπῆλθε καὶ ἀνέστρεψεν ἀπὸ τοῦ Σαούλ, ποιμαίνων τὰ πρόβατα τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ἐν Βηθλεέμ. 16 καὶ προῆγεν ὁ ἀλλόφυλος ὀρθρίζων καὶ ὀψίζων καὶ ἐστηλώθη τεσσαράκοντα ἡμέρας. 17 καὶ εἶπεν ᾿Ιεσσαὶ πρὸς Δαυίδ· λαβὲ δὴ τοῖς ἀδελφοῖς σου οἰφὶ τοῦ ἀλφίτου καὶ δέκα ἄρτους τούτους καὶ διάδραμε εἰς τὴν παρεμβολὴν καὶ δὸς τοῖς ἀδελφοῖς σου, 18 καὶ τὰς δέκα τρυφαλίδας τοῦ γάλακτος τούτου εἰσοίσεις τῷ χιλιάρχῳ, καὶ τοὺς ἀδελφούς σου ἐπισκέψῃ εἰς εἰρήνην, καὶ ὅσα ἂν χρῄζωσι γνώσῃ. 19 καὶ Σαοὺλ αὐτὸς καὶ πᾶς ἀνὴρ ᾿Ισραὴλ ἐν τῇ κοιλάδι τῆς δρυὸς πολεμοῦντες μετὰ τῶν ἀλλοφύλων. 20 καὶ ὤρθρισε Δαυὶδ τὸ πρωΐ, καὶ ἀφῆκε τὰ πρόβατα φύλακι, καὶ ἔλαβε καὶ ἀπῆλθε, καθὰ ἐνετείλατο αὐτῷ ᾿Ιεσσαί· καὶ ἦλθεν εἰς τὴν στρογγύλωσιν καὶ δύναμιν τὴν ἐκπορευομένην εἰς τὴν παράταξιν· καὶ ἠλάλαξαν ἐν τῷ πολέμῳ. 21 καὶ παρετάξαντο ᾿Ισραὴλ καὶ οἱ ἀλλόφυλοι παράταξιν ἐξεναντίας παρατάξεως. 22 καὶ ἀφῆκε Δαυὶδ τὰ σκεύη αὐτοῦ ἀφ᾿ ἑαυτοῦ ἐπὶ χεῖρα φύλακος καὶ ἔδραμεν εἰς τὴν παράταξιν καὶ ἦλθε καὶ ἠρώτησε τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ εἰς εἰρήνην. 23 καὶ αὐτοῦ λαλοῦντος μετ᾿ αὐτῶν, ἰδοὺ ἀνὴρ ὁ μεσαῖος ἀνέβαινε, Γολιὰθ ὁ Φιλισταῖος ὄνομα αὐτῷ ἐκ Γέθ, ἐκ τῶν παρατάξεων τῶν ἀλλοφύλων, καὶ ἐλάλησε κατὰ τὰ ρήματα ταῦτα καὶ ἤκουσε Δαυίδ. 24 Καὶ πᾶς ἀνὴρ ᾿Ισραὴλ ἐν τῷ ἰδεῖν αὐτοὺς τὸν ἄνδρα, καὶ ἔφυγον ἐκ προσώπου αὐτοῦ καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα. 25 καὶ εἶπεν ἀνὴρ ᾿Ισραήλ· εἰ ἑωράκατε τὸν ἄνδρα τὸν ἀναβαίνοντα τοῦτον, ὅτι ὀνειδῖσαι τὸν ᾿Ισραὴλ ἀνέβη; καὶ ἔσται ἀνήρ, ὃς ἂν πατάξῃ αὐτόν, πλουτίσει αὐτὸν ὁ βασιλεὺς πλοῦτον μέγαν καὶ τὴν θυγατέρα αὐτοῦ δώσει αὐτῷ καὶ τὸν οἶκον τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ποιήσει ἐλεύθερον ἐν τῷ ᾿Ισραήλ. 26 καὶ εἶπε Δαυὶδ πρὸς τοὺς ἄνδρας τοὺς συνεστηκότας μετ᾿ αὐτοῦ λέγων· ἢ ποιηθήσεται τῷ ἀνδρί, ὃς ἂν πατάξει τὸν ἀλλόφυλον ἐκεῖνον, καὶ ἀφελεῖ ὀνειδισμὸν ἀπὸ ᾿Ισραήλ; ὅτι τίς ἀλλόφυλος ὁ ἀπερίτμητος αὐτός, ὅτι ὠνείδισε παράταξιν Θεοῦ ζῶντος; 27 καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ λαὸς κατὰ τὸ ρῆμα τοῦτο λέγων· οὕτως ποιηθήσεται τῷ ἀνδρί, ὃς ἂν πατάξει αὐτόν. 28 καὶ ἤκουσεν ᾿Ελιὰβ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ ὁ μείζων ἐν τῷ λαλεῖν αὐτὸν πρὸς τοὺς ἄνδρας καὶ ὠργίσθη θυμῷ ᾿Ελιὰβ ἐν τῷ Δαυὶδ καὶ εἶπεν· ἱνατί τοῦτο κατέβης καὶ ἐπὶ τίνα ἀφῆκας τὰ μικρὰ πρόβατα ἐκεῖνα ἐν τῇ ἐρήμῳ; ἐγὼ οἶδα τὴν ὑπερηφανίαν σου καὶ τὴν κακίαν τῆς καρδίας σου, ὅτι ἕνεκεν τοῦ ἰδεῖν τὸν πόλεμον κατέβης. 29 καὶ εἶπε Δαυίδ· τί ἐποίησα νῦν; οὐχί ρῆμά ἐστι; 30 καὶ ἐπέστρεψε παρ᾿ αὐτοῦ εἰς ἐναντίον ἑτέρου καὶ εἶπε κατὰ τὸ ρῆμα τοῦτο, καὶ ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ λαὸς κατὰ τὸ ρῆμα τοῦ πρώτου. 31 καὶ ἠκούσθησαν οἱ λόγοι, οὓς ἐλάλησε Δαυίδ, καὶ ἀνηγγέλησαν ὀπίσω Σαοὺλ καὶ παρέλαβεν αὐτόν. 32 Καὶ εἶπε Δαυὶδ πρὸς Σαούλ· μὴ δὴ συμπεσέτω καρδία τοῦ Κυρίου μου ἐπ᾿ αὐτόν· ὁ δοῦλός σου πορεύσεται καὶ πολεμήσει μετὰ τοῦ ἀλλοφύλου τούτου. 33 καὶ εἶπε Σαοὺλ πρὸς τὸν Δαυὶδ· οὐ μὴ δυνήσῃ πορευθῆναι πρὸς τὸν ἀλλόφυλον τοῦ πολεμεῖν μετ᾿ αὐτοῦ, ὅτι παιδάριον εἶ σύ, καὶ αὐτὸς ἀνὴρ πολεμιστὴς ἐκ νεότητος αὐτοῦ. 34 καὶ εἶπε Δαυὶδ πρὸς Σαούλ· ποιμαίνων ἦν ὁ δοῦλός σου τῷ πατρὶ αὐτοῦ ἐν τῷ ποιμνίῳ, καὶ ὅταν ἤρχετο ὁ λέων καὶ ἡ ἄρκος καὶ ἐλάμβανε πρόβατον ἐκ τῆς ἀγέλης, 35 καὶ ἐξεπορευόμην ὀπίσω αὐτοῦ καὶ ἐπάταξα αὐτὸν καὶ ἐξέσπασα ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ, καὶ εἰ ἐπανίστατο ἐπ᾿ ἐμέ, καὶ ἐκράτησα τοῦ φάρυγγος αὐτοῦ καὶ ἐπάταξα καὶ ἐθανάτωσα αὐτόν. 36 καὶ τὸν λέοντα καὶ τὴν ἄρκον ἔτυπτεν ὁ δοῦλός σου, καὶ ἔσται ὁ ἀλλόφυλος ὁ ἀπερίτμητος ὡς ἓν τούτων· οὐχὶ πορεύσομαι καὶ πατάξω αὐτόν, καὶ ἀφελῶ σήμερον ὄνειδος ἐξ ᾿Ισραήλ; διότι τίς ὁ ἀπερίτμητος οὗτος, ὃς ὠνείδισε παράταξιν Θεοῦ ζῶντος; 37 Κύριος, ὃς ἐξείλατό με ἐκ χειρὸς τοῦ λέοντος καὶ ἐκ χειρὸς τῆς ἄρκου, αὐτὸς ἐξελεῖταί με ἐκ χειρὸς τοῦ ἀλλοφύλου τοῦ ἀπεριτμήτου τούτου. καὶ εἶπε Σαοὺλ πρὸς Δαυίδ· πορεύου, καὶ ἔσται Κύριος μετὰ σοῦ. 38 καὶ ἐνέδυσε Σαοὺλ τὸν Δαυὶδ μανδύαν καὶ περικεφαλαίαν χαλκῆν περὶ τὴν κεφαλήν αὐτοῦ 39 καὶ ἔζωσε τὸν Δαυὶδ τὴν ρομφαίαν αὐτοῦ ἐπάνω τοῦ μανδύου αὐτοῦ. καὶ ἐκοπίασε περιπατήσας ἅπαξ καὶ δίς· καὶ εἶπε Δαυὶδ πρὸς Σαούλ· οὐ μὴ δύνωμαι πορευθῆναι ἐν τούτοις, ὅτι οὐ πεπείραμαι. καὶ ἀφαιροῦσιν αὐτὰ ἀπ᾿ αὐτοῦ. 40 καὶ ἔλαβε τὴν βακτηρίαν αὐτοῦ ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ καὶ ἐξελέξατο ἑαυτῷ πέντε λίθους λείους ἐκ τοῦ χειμάρρου καὶ ἔθετο αὐτοὺς ἐν τῷ καδίῳ τῷ ποιμαινικῷ τῷ ὄντι αὐτῷ εἰς συλλογὴ καὶ σφενδόνην αὐτοῦ ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ καὶ προσῆλθε πρὸς τὸν ἄνδρα τὸν ἀλλόφυλον41 Καὶ ἐπορεύθη ὁ ἀλλόφυλος πορευόμενος καὶ ἐγγίζων πρὸς Δαυίδ, καὶ ἀνὴρ ὁ αἴρων τὸν θυρεὸν ἔμπροσθεν αὐτοῦ, καὶ ἐπέβλεψεν ὁ ἀλλόφυλος. 42 καὶ εἶδε Γολιὰθ τὸν Δαυὶδ καὶ ἐξητίμασεν αὐτόν, ὅτι αὐτὸς ἦν παιδάριον καὶ αὐτὸς πυρράκης μετὰ κάλλους ὀφθαλμῶν. 43 καὶ εἶπεν ὁ ἀλλόφυλος πρὸς Δαυίδ· ὡσεὶ κύων ἐγώ εἰμι, ὅτι σὺ ἔρχῃ ἐπ᾿ ἐμὲ ἐν ράβδῳ καὶ λίθοις; καὶ εἶπε Δαυίδ· οὐχί, ἀλλ᾿ ἢ χείρων κυνός. καὶ κατηράσατο ὁ ἀλλόφυλος τὸν Δαυὶδ ἐν τοῖς θεοῖς αὐτοῦ. 44 καὶ εἶπεν ὁ ἀλλόφυλος πρὸς Δαυίδ· δεῦρο πρός με, καὶ δώσω τὰς σάρκας σου τοῖς πετεινοῖς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τοῖς κτήνεσι τῆς γῆς. 45 καὶ εἶπε Δαυὶδ πρὸς τὸν ἀλλόφυλον· σὺ ἔρχῃ πρός με ἐν ρομφαίᾳ καὶ ἐν δόρατι καὶ ἐν ἀσπίδι, κἀγὼ πορεύομαι πρός σε ἐν ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ Σαβαὼθ παρατάξεως ᾿Ισραήλ, ἣν ὠνείδισας σήμερον· 46 καὶ ἀποκλείσει σε Κύριος σήμερον εἰς τὴν χεῖρά μου, καὶ ἀποκτενῶ σε καὶ ἀφελῶ τὴν κεφαλήν σου ἀπὸ σοῦ καὶ δώσω τὰ κῶλά σου καὶ τὰ κῶλα παρεμβολῆς ἀλλοφύλων ἐν ταύτῃ τῇ ἡμέρᾳ τοῖς πετεινοῖς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τοῖς θηρίοις τῆς γῆς, καὶ γνώσεται πᾶσα ἡ γῆ, ὅτι ἔστι Θεὸς ἐν ᾿Ισραήλ· 47 καὶ γνώσεται πᾶσα ἡ ἐκκλησία αὕτη ὅτι οὐκ ἐν ρομφαίᾳ καὶ δόρατι σῴζει Κύριος, ὅτι τοῦ Κυρίου ὁ πόλεμος, καὶ παραδώσει Κύριος ὑμᾶς εἰς χεῖρας ἡμῶν. 48 καὶ ἀνέστη ὁ ἀλλόφυλος καὶ ἐπορεύθη εἰς συνάντησιν Δαυίδ. 49 καὶ ἐξέτεινε Δαυὶδ τὴν χεῖρα αὐτοῦ εἰς τὸ κάδιον καὶ ἔλαβεν ἐκεῖθεν λίθον ἕνα καὶ ἐσφενδόνισε καὶ ἐπάταξε τὸν ἀλλόφυλον ἐπὶ τὸ μέτωπον αὐτοῦ, καὶ διέθυ ὁ λίθος διά τῆς περικεφαλαίας εἰς τὸ μέτωπον αὐτοῦ, καὶ ἔπεσεν ἐπί πρόσωπον αὐτοῦ ἐπὶ τὴν γῆν. 50 Καὶ ἐκραταίωσε Δαυὶδ ὑπὲρ τὸν ἀλλόφυλον ἐν τῇ σφενδόνῃ καὶ ἐν τῷ λίθῳ, καὶ ἐπάταξε τὸν ἀλλόφυλον καὶ ἐθανάτωσεν αὐτόν· καὶ ρομφαία οὐκ ἦν ἐν χειρὶ Δαυίδ. 51 καὶ ἔδραμε Δαυὶδ καὶ ἐπέστη ἐπ᾿ αὐτὸν καὶ ἔλαβε τὴν ρομφαίαν αὐτοῦ καὶ ἐθανάτωσεν αὐτὸν καὶ ἀφεῖλε τὴν κεφαλήν αὐτοῦ. καὶ εἶδον οἱ ἀλλόφυλοι ὅτι τέθνηκεν ὁ δυνατὸς αὐτῶν, καὶ ἔφυγον. 52 καὶ ἀνίστανται ἄνδρες ᾿Ισραὴλ καὶ ᾿Ιούδα καὶ ἠλάλαξαν καὶ κατεδίωξαν ὀπίσω αὐτῶν ἕως εἰσόδου Γὲθ καὶ ἕως τῆς πύλης ᾿Ασκάλωνος, καὶ ἔπεσον τραυματίαι τῶν ἀλλοφύλων ἐν τῇ ὁδῷ τῶν πυλῶν καὶ ἕως Γὲθ καὶ ἕως ᾿Ακκαρών. 53 καὶ ἀνέστρεψαν ἄνδρες ᾿Ισραὴλ ἐκκλίνοντες ὀπίσω τῶν ἀλλοφύλων καὶ κατεπάτουν τὰς παρεμβολὰς αὐτῶν. 54 καὶ ἔλαβε Δαυὶδ τὴν κεφαλὴν τοῦ ἀλλοφύλου, καὶ ἤνεγκεν αὐτὴν εἰς ῾Ιερουσαλὴμ καὶ τὰ σκεύη αὐτοῦ ἔθηκεν ἐν τῷ σκηνώματι αὐτοῦ. 55 Καὶ ὡς εἶδε Σαοὺλ τὸν Δαυὶδ ἐκπορευόμενον εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀλλοφύλου, εἶπε πρὸς ᾿Αβεννὴρ τὸν ἄρχοντα τῆς δυνάμεως· Υἱὸς τίνος ὁ νεανίσκος οὗτος; καὶ εἶπεν ᾿Αβεννήρ· ζῇ ἡ ψυχή σου, βασιλεῦ, εἰ οἶδα. 56 καὶ εἶπεν ὁ βασιλεύς· ἐπερώτησον σύ, υἱὸς τίνος ὁ νεανίσκος οὗτος. 57 καὶ ὡς ἐπέστρεψε Δαυὶδ τοῦ πατάξαι τὸν ἀλλόφυλον, καὶ παρέλαβεν αὐτὸν ᾿Αβεννὴρ καὶ εἰσήγαγεν αὐτὸν ἐνώπιον Σαούλ, καὶ ἡ κεφαλὴ τοῦ ἀλλοφύλου ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ. 58 καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν Σαούλ· υἱὸς τίνος εἶ, παιδάριον, καὶ εἶπε Δυαίδ· υἱὸς δούλου σου ᾿Ιεσσαὶ τοῦ Βηθλεεμείτου» (Α’ Βασιλειών, 17, 1 – 58).
Από την πλευρά των ιστορικών πηγών, βιβλικών και αιγυπτιακών, τα παραπάνω είναι όλα όσα γνωρίζουμε για τους Φιλισταίους.


Η καταγωγή των Φιλισταίων.
Σύμφωνα με την Γένεση (10, 6 – 14) οι Φιλισταίοι θεωρούνται ως απόγονοι του Χαμ: «6 Υἱοὶ δὲ Χάμ· Χοὺς καὶ Μερσαΐν Φοὺδ καὶ Χαναάν. 7 υἱοὶ δὲ Χούς· Σαβὰ καὶ Εὐϊλὰ καὶ Σαβαθὰ καὶ Ρεγμὰ καὶ Σαβαθακά. υἱοὶ δὲ Ρεγμά· Σαβὰ καὶ Δαδάν. 8 Χοὺς δὲ ἐγέννησε τὸν Νεβρώδ. οὗτος ἤρξατο εἶναι γίγας ἐπὶ τῆς γῆς· 9 οὗτος ἦν γίγας κυνηγὸς ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ· διὰ τοῦτο ἐροῦσιν, ὡς Νεβρὼδ γίγας κυνηγὸς ἐναντίον Κυρίου. 10 καὶ ἐγένετο ἀρχὴ τῆς βασιλείας αὐτοῦ Βαβυλὼν καὶ ᾿Ορὲχ καὶ ᾿Αρχὰδ καὶ Χαλάννη ἐν τῇ γῇ Σεναάρ. 11 ἐκ τῆς γῆς ἐκείνης ἐξῆλθεν ᾿Ασσοὺρ καὶ ᾠκοδόμησε τὴν Νινευΐ καὶ τὴν Ροωβὼθ πόλιν καὶ τὴν Χαλὰχ 12 καὶ τὴν Δασὴ ἀνὰ μέσον Νινευΐ καὶ ἀνὰ μέσο Χαλάχ· αὕτη ἡ πόλις μεγάλη. 13 καὶ Μεσραΐν ἐγέννησε τοὺς Λουδιεὶμ καὶ τοὺς ᾿Ενεμετιεὶμ καὶ τοὺς Λαβιεὶμ καὶ τοὺς Νεφθαλιεὶμ καὶ τοὺς Πατροσωνιεὶμ 14 καὶ τοὺς Χασλωνιείμ, ὅθεν ἐξῆλθε Φυλιστιείμ, καὶ τοὺς Καφθοριείμ». Εδώ βλέπουμε ότι η Αγία Γραφή θεωρεί ότι οι Φιλισταίοι και οι Καφθοριείμ είναι απόγονοι του Χαμ και έτσι τους αντιδιαστέλει από τους Έλληνες, οι οποίοι είναι απόγονοι του Ιάφεθ: «2 Υἱοὶ ᾿Ιάφεθ· Γαμὲρ καὶ Μαγὼγ καὶ Μαδοὶ καὶ ᾿Ιωύαν (Ίωνες) καὶ ᾿Ελισὰ καὶ Θοβὲλ καὶ Μοσόχ καὶ Θείρας. 3 καὶ υἱοὶ Γαμέρ· ᾿Ασχανὰζ καὶ Ριφὰθ καὶ Θοργαμά. 4 καὶ υἱοὶ ᾿Ιωύαν· ᾿Ελισὰ καὶ Θάρσεις, Κίτιοι (οι κάτοικοι της κυπριακής πόλης Κίτιον), Ρόδιοι. 5 ἐκ τούτων ἀφωρίσθησαν νῆσοι τῶν ἐθνῶν ἐν τῇ γῇ αὐτῶν, ἕκαστος κατὰ γλῶσσαν ἐν ταῖς φυλαῖς αὐτῶν καὶ ἐν τοῖς ἔθνεσιν αὐτῶν» (Γένεση 10, 2 – 5).
Στην Αγία Γρεαφή γίνεται 250 φορές αναφορά στους Φιλισταίους ή στην γη των Φιλισταίων. Επίσης οι Φιλισταίοι χαρακτηρίζονται σε πολλά εδάφια των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης ως «απερίτμητοι», όπως ακριβώς χαρακτηρίζονται οι χαμιτικοί λαοί, όπως οι Χαναανίτες, τους οποίους αντιμετώπισαν αρχικά οι Ισραηλίτες κατά την είσοδό τους στην γη της επαγγελίας.
Στο 1ο βιβλίο των Βασιλειών γίνεται λόγος για τον Φιλισταίο Γολιάθ ο ποίος χαρακτηρίζεται ως απερίτμητος: «12 Καὶ εἶπε Δαυὶδ υἱὸς ἀνθρώπου ᾿Εφραθαίου· οὗτος ἐκ Βηθλεὲμ ᾿Ιούδα, καὶ ὄνομα αὐτῷ ᾿Ιεσσαί, καὶ αὐτῷ ὀκτῲ υἱοί· καὶ ὁ ἀνὴρ ἐν ταῖς ἡμέραις Σαοὺλ πρεσβύτερος ἐληλυθὼς ἐν ἀνδράσι. 13 καὶ ἐπορεύθησαν οἱ τρεῖς υἱοὶ ᾿Ιεσσαὶ οἱ μείζονες ὀπίσω Σαοὺλ εἰς πόλεμον, καὶ ὄνομα τῶν υἱῶν αὐτοῦ τῶν πορευθέντων εἰς τὸν πόλεμον, ᾿Ελιὰβ ὁ πρωτότοκος αὐτοῦ καὶ ὁ δεύτερος αὐτοῦ ᾿Αμιναδὰβ καὶ ὁ τρίτος αὐτοῦ Σαμμά. 14 καὶ Δαυὶδ αὐτός ἐστιν ὁ νεώτερος καὶ οἱ τρεῖς οἱ μείζονες ἐπορεύθησαν ὀπίσω Σαούλ. 15 Καὶ Δαυὶδ ἀπῆλθε καὶ ἀνέστρεψεν ἀπὸ τοῦ Σαούλ, ποιμαίνων τὰ πρόβατα τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ἐν Βηθλεέμ. 16 καὶ προῆγεν ὁ ἀλλόφυλος ὀρθρίζων καὶ ὀψίζων καὶ ἐστηλώθη τεσσαράκοντα ἡμέρας. 17 καὶ εἶπεν ᾿Ιεσσαὶ πρὸς Δαυίδ· λαβὲ δὴ τοῖς ἀδελφοῖς σου οἰφὶ τοῦ ἀλφίτου καὶ δέκα ἄρτους τούτους καὶ διάδραμε εἰς τὴν παρεμβολὴν καὶ δὸς τοῖς ἀδελφοῖς σου, 18 καὶ τὰς δέκα τρυφαλίδας τοῦ γάλακτος τούτου εἰσοίσεις τῷ χιλιάρχῳ, καὶ τοὺς ἀδελφούς σου ἐπισκέψῃ εἰς εἰρήνην, καὶ ὅσα ἂν χρῄζωσι γνώσῃ. 19 καὶ Σαοὺλ αὐτὸς καὶ πᾶς ἀνὴρ ᾿Ισραὴλ ἐν τῇ κοιλάδι τῆς δρυὸς πολεμοῦντες μετὰ τῶν ἀλλοφύλων. 20 καὶ ὤρθρισε Δαυὶδ τὸ πρωΐ, καὶ ἀφῆκε τὰ πρόβατα φύλακι, καὶ ἔλαβε καὶ ἀπῆλθε, καθὰ ἐνετείλατο αὐτῷ ᾿Ιεσσαί· καὶ ἦλθεν εἰς τὴν στρογγύλωσιν καὶ δύναμιν τὴν ἐκπορευομένην εἰς τὴν παράταξιν· καὶ ἠλάλαξαν ἐν τῷ πολέμῳ. 21 καὶ παρετάξαντο ᾿Ισραὴλ καὶ οἱ ἀλλόφυλοι παράταξιν ἐξεναντίας παρατάξεως. 22 καὶ ἀφῆκε Δαυὶδ τὰ σκεύη αὐτοῦ ἀφ᾿ ἑαυτοῦ ἐπὶ χεῖρα φύλακος καὶ ἔδραμεν εἰς τὴν παράταξιν καὶ ἦλθε καὶ ἠρώτησε τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ εἰς εἰρήνην. 23 καὶ αὐτοῦ λαλοῦντος μετ᾿ αὐτῶν, ἰδοὺ ἀνὴρ ὁ μεσαῖος ἀνέβαινε, Γολιὰθ ὁ Φιλισταῖος ὄνομα αὐτῷ ἐκ Γέθ, ἐκ τῶν παρατάξεων τῶν ἀλλοφύλων, καὶ ἐλάλησε κατὰ τὰ ρήματα ταῦτα καὶ ἤκουσε Δαυίδ. 24 Καὶ πᾶς ἀνὴρ ᾿Ισραὴλ ἐν τῷ ἰδεῖν αὐτοὺς τὸν ἄνδρα, καὶ ἔφυγον ἐκ προσώπου αὐτοῦ καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα. 25 καὶ εἶπεν ἀνὴρ ᾿Ισραήλ· εἰ ἑωράκατε τὸν ἄνδρα τὸν ἀναβαίνοντα τοῦτον, ὅτι ὀνειδῖσαι τὸν ᾿Ισραὴλ ἀνέβη; καὶ ἔσται ἀνήρ, ὃς ἂν πατάξῃ αὐτόν, πλουτίσει αὐτὸν ὁ βασιλεὺς πλοῦτον μέγαν καὶ τὴν θυγατέρα αὐτοῦ δώσει αὐτῷ καὶ τὸν οἶκον τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ποιήσει ἐλεύθερον ἐν τῷ ᾿Ισραήλ. 26 καὶ εἶπε Δαυὶδ πρὸς τοὺς ἄνδρας τοὺς συνεστηκότας μετ᾿ αὐτοῦ λέγων· ἢ ποιηθήσεται τῷ ἀνδρί, ὃς ἂν πατάξει τὸν ἀλλόφυλον ἐκεῖνον, καὶ ἀφελεῖ ὀνειδισμὸν ἀπὸ ᾿Ισραήλ; ὅτι τίς ἀλλόφυλος ὁ ἀπερίτμητος αὐτός, ὅτι ὠνείδισε παράταξιν Θεοῦ ζῶντος;» (Α Βασιλειών, 17, 12 – 17 ).
Ομοίως, στο 2ο βιβλίο των Βασιλειών οι κάτοικοι των δυο πόλεων της Φιλισταίας, Γεθ (Γαθ) και Ασκάλωνος, χαρακτηρίζονται ως αλλόφυλοι και απερίτμητοι: «17 Καὶ ἐθρήνησε Δαυὶδ τὸν θρῆνον τοῦτον ἐπὶ Σαοὺλ καὶ ἐπὶ ᾿Ιωνάθαν τὸν υἱὸν αὐτοῦ. 18 καὶ εἶπε τοῦ διδάξαι τοὺς υἱοὺς ᾿Ιούδα· ἰδοὺ γέγραπται ἐπὶ βιβλίου τοῦ εὐθοῦς. 19 Στήλωσον, ᾿Ισραήλ, ὑπὲρ τῶν τεθνηκότων ἐπὶ τὰ ὕψη σου τραυματιῶν· πῶς ἔπεσαν δυνατοί; 20 μὴ ἀναγγείλητε ἐν Γὲθ καὶ μὴ εὐαγγελίσησθε ἐν ταῖς ἐξόδοις ᾿Ασκάλωνος, μή ποτε εὐφρανθῶσι θυγατέρες ἀλλοφύλων, μή ποτε ἀγαλλιάσωνται θυγατέρες τῶν ἀπεριτμήτων.» ( Β’ Βασιλειών, 1, 17 – 20).
Τέλος, στους Κριτές γίνεται αναφορά για τους Φιλισταίους (Φυλιστιίμ) ως αλλοφύλων και απεριτμήτων: «Καί κατέβη Σαμψὼν εἰς Θαμναθὰ καὶ εἶδε γυναῖκα ἐν Θαμναθὰ ἀπὸ τῶν θυγατέρων τῶν ἀλλοφύλων. 2 καὶ ἀνέβη καὶ ἀπήγγειλε τῷ πατρὶ αὐτοῦ καὶ τῇ μητρὶ αὐτοῦ καὶ εἶπε· γυναῖκα ἑώρακα ἐν Θαμναθὰ ἀπὸ τῶν θυγατέρων Φυλιστιΐμ, καὶ νῦν λάβετε αὐτὴν ἐμοὶ εἰς γυναῖκα. 3 καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ· μὴ οὐκ εἰσὶ θυγατέρες τῶν ἀδελφῶν σου καὶ ἐκ παντὸς τοῦ λαοῦ μου γυνή, ὅτι σὺ πορεύῃ λαβεῖν γυναῖκα ἀπὸ τῶν ἀλλοφύλων τῶν ἀπεριτμήτων; καὶ εἶπε Σαμψὼν πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ· ταύτην λάβε μοι, ὅτι αὔτη εὐθεῖα ἐν ὀφθαλμοῖς μου.» ( Κριταί 14. 1 – 3).

Τα τρία αυτά εδάφια είναι ένα μικρό δείγμα του, συνόλου των εδαφίων της Αγίας Γραφής, που αναφέρονται στους Φιλισταίους ως αλλοφύλους, ως προς τους Εβραίους, και απερίτμητους.




 Τμήμα του παπύρου Harris Ι του Βρετανικού Μουσείου.

Όπως είπαμε οι Καφθοριείμ – Φιλισταίοι ήταν ένας από τους «Λαούς της Θάλασσας» που είχαν επιτεθεί επανειλημμένα κατά της Αιγύπτου κατά το τέλος της 19ης Δυναστείας και οι οποίοι, αφού νικήθηκαν από τον Ραμσή τον Γ’, εγκαταστάθηκαν από αυτόν στις παράκτιες περιοχές τις Χαναάν. Αυτές οι ιστορικές πληροφορίες προέρχονται από τον πάπυρο Harris Ι του Βρετανικού Μουσείου (Grandet, Pierre, Le papyrus Harris I, Bibliothèque d' Étude 129, Imprimerie de l' Institut français d' archéologie orientale du Caire, 1999), ο οποίος μας δίνει πληροφορίες για την βασιλεία του Ραμσή του Γ’ Μετά την σύντομη περιγραφή της έκβασης των μαχών κατά το έτος 8 γίνεται αναφορά για την τύχη των Λαών της Θάλασσας μετά την ήττα τους από τον Ραμσή τον Γ’. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του παπύρου οι «Λαοί της Θάλασσας» εγκαταστάθηκαν από τον Ραμσή τον Γ’ σε πόλεις – φρούρια ως φόρου υποτελείς. Κάποιοι μελετητές θεωρούν ότι αυτές οι πόλεις – φρούρια ήταν στην παράκτια περιοχή της Χαναάν, όπου τελικά διαμόρφωσαν την Πεντάπολη των Φιλισταίων (Donald Bruce Redford, Egypt, Canaan, and Israel in Ancient Times, p. 289. Princeton University Press, Princeton 1992).


Αρχαιολογία.
Κάποιοι αρχαιολόγοι συνδέουν τους Φιλισταίους με τον μυκηναϊκό πολιτισμό επειδή στις ανασκαφές που έχουν γίνει στις πέντε φιλισταϊκές πόλεις, Γάζα, Γεθ, Αζωτό, Ασκάλωνα και Ακκαρών, έχουν βρεθεί αγγεία που θεωρούνται ως η τοπική έκδοση της μυκηναϊκής κεραμικής (Υστεροελλαδικής κεραμικής ΙΙΙ Γ ), τα οποία είναι διακοσμημένα με σχέδια καφέ και μαύρων αποχρώσεων.
Το ότι βρέθηκαν τέτοιου είδους κεραμικά στις πόλεις των Φιλισταίων δεν μας βεβαιώνει ότι οι Φιλισταίοι είχαν εθνολογική σχέση με τους Μυκηναίους. Τα αγγεία είναι προϊόντα καλλιτεχνικής μίμησης των πρωτοτύπων μυκηναϊκών αγγείων που γνώριζαν οι Φιλισταίοι από πιθανές εμπορικές σχέσεις που είχαν με τους Μυκηναίους στην Χαναάν ή και προηγουμένως στον αρχικό τόπο καταγωγής τους, την Ανατολία. Είναι ενδεικτικό ότι στις φιλισταϊκές πόλεις δεν βρέθηκαν επιγραφές σε γραμμική γραφή β’, η οποία είναι η γραφή που χρησιμοποιούσαν οι Μυκηναίοι.
Σε πολλές εγκαταστάσεις διαφόρων λαών γύρω από την λεκάνη της Μεσογείου έχουν βρεθεί μιμήσεις μυκηναϊκής κεραμικής, και αυθεντική μυκηναϊκή κεραμική, αλλά δεν διατυπώθηκε καμιά θεωρεία που να συνδέει τους λαούς αυτούς εθνολογικά με τους Μυκηναίους. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα, ποια η ειδοποιός διαφορά που κάνει τους Φιλισταίους να ξεχωρίζουν και να πρέπει μόνους αυτούς να τους συνδέσουμε εθνολογικά με τους Μυκηναίους; Η απάντηση είναι, καμία. Η εθνολογική σύνδεση των Φιλισταίων με τους Μυκηναίους ανήκει στην σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας. Ομοίως στην σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας ανήκει και κάθε απόπειρα να συνδεθούν εθνολογικά οι Φιλισταίοι με τους Μινώες που ήταν προγενέστεροι των Μυκηναίων.
Κάθε απόπειρα εθνολογικής σύνδεσης των Φιλισταίων με τους Μυκηναίους ή τους Μινώες είναι εσφαλμένη. Η σκοπιμότητα μιας τέτοιας σύνδεσης είναι προπαγανδιστική και μόνο. Υπάρχουν κάποιοι που έχουν συμφέρον, πολιτικό και οικονομικό, να πείσουν τους σημερινούς Έλληνες ότι έχουν κάποια εθνολογική σχέση με του Φιλισταίους, των οποίων απόγονοι ισχυρίζονται, μολονότι δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη, ότι είναι οι σημερινοί Παλαιστίνιοι, οι οποίοι επιθυμούν με αυτό το προπαγανδιστικό τρικ να παρασύρουν τους σημερινούς Έλληνες και να τους χρησιμοποιήσουν κατά των σημερινών Εβραίων, στην διαμάχη που έχουν με αυτούς σχετικά με την κυριαρχία επί των εδαφών της Παλαιστίνης, στην οποία οι μεν Εβραίοι είναι οι ιστορικοί κάτοικοι για περίπου 4.000 χρόνια και οι δε Παλαιστίνιοι, ως Άραβες που είναι, την κατοικούν από το έτος 636 μ. Χ. , όταν οι Άραβες απόσπασαν τα Ιεροσόλυμα από την Βυζαντινή Αυτοκρατορία, όπου κατά την εποχή εκείνη ήταν καταπονημένη από του μακροχρόνιους πολέμους του αυτοκράτορα Ηρακλείου κατά των Περσών.
Προκειμένου να καταδείξουμε το αβάσιμο της εθνολογικής σύνδεσης μεταξύ Φιλισταίων και Μυκηναίων θα εξετάσουμε ειδικά τα αρχαιολογικά ευρήματα και την ιστορική διαδρομή του σημερινού Τελ Μικνέ, της αρχαίας φιλισταϊκής πόλης Ακκαρών.

Τελ Μικνέ, η φιλισταϊκή πόλη Ακκαρών της Παλαιάς Διαθήκης.

Η θέση της Ακκαρών 35 km. δυτικά της Ιερουσαλήμ.

Το Τελ Μικνέ, ένα ύψωμα κοντά στα, σύμφωνα προς την παράδοση, σύνορα μεταξύ της χώρας των Φιλισταίων και της Ιουδαία, προσδιορίστηκε ως η βιβλική φιλισταϊκή πόλη Ακκαρών. Μέχρι τα μέσα του 20ου μ. Χ. αιώνα υπήρχε στην περιοχή το αραβικό χωριό Akir το οποίο καταστράφηκε κατά τον αραβο - ισραηλινό πόλεμο του 1948. Το όνομα Akir πιθανώς να προέρχεται από την αρχαία Ακκαρών ( J. A. Thomson, The Bible and archaeology, σελ. 534, The Paternoster press, 2004 ). Το τετραγωνικό ανάχωμα ( τελ ) υψώνεται μόνο μερικά μέτρα πάνω από την εύφορη πεδιάδα και αποτελείται από ένα μικρό υψηλότερο ανάχωμα και ένα μεγαλύτερο χαμηλότερα στο νότο.


Ένα τμήμα του χώρου των ανασκαφών της αρχαίας πόλης των Φιλισταίων Ακκαρών στο σημερινό Τελ Μικνέ του Ισραήλ.

Οι σημαντικές ανασκαφές που έγιναν στο Τελ Μικνέ μεταξύ των ετών 1981 και 1996, έδωσαν πολλές πληροφορίες για την ιστορία και τον πολιτισμό των 600 ετών ζωής της φιλισταϊκής πόλης Ακκαρών ( 12ος αιώνας π. Χ. μέχρι το τέλος του 7ου αιώνα π. Χ. ). Η ταύτιση του οικισμού του Τελ Μικνέ με την βιβλική Ακκαρών έγινε από μια επιγραφή που ανακαλύφθηκε στον τόπο θρησκευτικής λατρείας του οικισμού, όπως θα δούμε πιο κάτω.
Κατά την δεύτερη χιλιετία π. Χ. ο οικισμός του Τελ Μικνέ ήταν μια μεγάλη χαναανίτικη πόλη . Αρχικά κάλυπτε όλα τα μέρη του υψώματος, αλλά αργότερα περιορίστηκε σε μια εγκατάσταση στην ακρόπολη, όπου βρέθηκε ένα δημόσιο κτήριο που καταστράφηκε από την πυρκαγιά τον 13ο αιώνα π. Χ. Πολλά από τα δωμάτια του κτηρίου αυτού χρησιμοποιήθηκαν ως σιτοβολώνες, όπως αποδεικνύονται από τα πιθάρια που περιέχουν το σιτάρι και απανθρακωμένα τρόφιμα. Ένα πιθάρι περιείχε σύκα περασμένα σε κλωστή, η γνωστή σε μας τσαπέλα σύκων. Το εύρημα αυτό μας θυμίζει το βιβλικό επεισόδιο της εύρεσης από του ανθρώπους του Δαυίδ ενός πεινασμένου Αιγυπτίου στην έρημο , στον οποίο έδωσαν να φάει ψωμί και ένα κομμάτι παλάθης (τσαπέλας) σύκων: «11 καὶ εὑρίσκουσιν ἄνδρα Αἰγύπτιον ἐν ἀγρῷ καὶ λαμβάνουσιν αὐτὸν καὶ ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς Δαυίδ· 12 καὶ διδόασιν αὐτῷ ἄρτον, καὶ ἔφαγε, καὶ ἐπότισαν αὐτὸν ὕδωρ· καὶ διδόασιν αὐτῷ κλάσμα παλάθης, καὶ ἔφαγε, καὶ κατέστη τὸ πνεῦμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ, ὅτι οὐ βεβρώκει ἄρτον καὶ οὐ πεπώκει ὕδωρ τρεῖς ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας» ( Α’ Βασιλειών, 30, 11 – 12 ).



Ξεραμένα σύκα μέσα σε σπασμένο αμφορέα.

Η πρώτη οικιστική φάση της φιλισταϊκής Ακκαρών του 12ου αιώνα π. Χ. ανακαλύφθηκε πάνω από τα ερείπια του χαναανίτικου οικισμού του 13ου π. Χ. αιώνα. Ήταν μια μεγάλη πόλη που τα οικοδομήματά της κατελάμβαναν επί 200 χρόνια ολόκληρη την επιφάνεια του Τελ Μικνέ. Η πόλη αυτή ήταν καλά σχεδιασμένη και η οχύρωση ήταν ισχυρή.
Η Ακκαρών είναι μια από τις πέντε φιλισταϊκές πόλεις που αναφέρονται αρκετά συχνά στη Παλάια Διαθήκη. Οι Φιλισταίοι ήταν ένας από τους λαούς της θάλασσας που είχαν μεταναστεύσει, στις αρχές του 12ου π. Χ. αιώνα, από την πατρίδα τους που ήταν κάπου στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, στην Καππαδοκία πιθανώς . Οι Φιλισταίοι εγκαταστάθηκαν κατά μήκος της ανατολικής μεσογειακής ακτής της Παλαιστίνης την ίδια περίπου εποχή που εγκαταστάθηκαν οι Ισραηλίτες στις ορεινές περιοχές που αργότερα απετέλεσαν την Ιουδαία. Οι Φιλισταίοι ήταν πολιτικά ανεξάρτητοι και είχαν πολιτισμό χαναανιτικό με κάποια επίδραση στην κεραμική από τους Μυκηναίους. Ειδικά στην πρώιμη φιλισταϊκή αγγειοπλαστική υπάρχουν καφετιές και μαύρες γραμμικές διακοσμήσεις που θυμίζουν ανάλογες διακοσμήσεις μυκηναϊκής προέλευσης.
Κατά τον 12ο και 11ο π. Χ. αιώνα η φιλισταϊκή Ακκαρών ήταν μια ακμάζουσα πόλη που περιβαλλόταν από έναν ισχυρό περιτείχισμα από πλίνθους πάχους τριών μέτρων. Στο κέντρο της κάτω πόλης υπήρχε ένα βασιλικό κέντρο διοίκησης που περιλάμβανε καλοσχεδιασμένες οικοδομές, ανάκτορα και ναούς, που η ανασκαφή τους απέδωσε ένα πλήθος ευρημάτων. Εδώ πρέπει να γίνει μια σοβαρότατη παρατήρηση: Σε κανένα οικισμό του μυκηναϊκού πολιτισμού το διοικητικό κέντρο δεν βρίσκεται στην κάτω πόλη, αλλά στην πάνω στην ακρόπολη και μέσα στα οχυρά της, όπου κατοικούσε ο άναξ, μέσα στο μυκηναϊκό μέγαρο. Αυτή και μόνο η παρατήρηση αρκεί για να καταρρίψει κάθε ιδέα εθνολογικής σχέσης των Φιλισταίων με τους Έλληνες της εποχής του χαλκού. Εμπορικές επαφές και πολιτισμικές ανταλλαγές υπήρχαν την εποχή εκείνη μεταξύ Μυκηναίων και Φιλισταίων, αλλά εθνολογική σχέση ουδέποτε υπήρξε.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα μεγάλο και καλά κατασκευασμένο κτήριο που καλύπτει επιφάνεια 240 τ. μ. Οι τοίχοι του είναι ευρείς, σχεδιασμένοι για να υποστηρίξουν ένα δεύτερο όροφο, και η ευρεία καλοχτισμένη είσοδος οδηγεί σε μια μεγάλη αίθουσα, που καλύπτεται εν μέρει από μια στέγη που υποστηρίζεται από μια σειρά από κολώνες. Στο πάτωμα της αίθουσας είναι μια κυκλική εστία που είναι στρωμένη με χαλίκια, όπως είναι η χαρακτηριστική εστία του μυκηναϊκού μεγάρου.


Η κάτοψη των ερειπίων του διοικητικού κέντρου της Ακκαρών.

Άλλα ασυνήθιστα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα είναι τα πέτρινα καθίσματα με τα υποπόδια. Μεταξύ των ευρημάτων είναι τρεις μικροί χάλκινοι τροχοί με οκτώ ακτίνες, όπως εκείνοι που συναντάμε κατά την ίδια χρονική περίοδο στις διάφορες περιοχές του Αιγαίου και που χρησιμεύουν στην τοπική λατρεία εκείνων των περιοχών. Από την ύπαρξη αυτού του είδους των τροχών υποθέτουμε ότι ίσως στο κτίριο αυτό να λάμβαναν χώρα ανάλογες τελετουργίες.




Ένα μαχαίρι με εγχάρακτη λαβή από ελεφαντόδοντο ήταν ανάμεσα στα ευρήματα των ανασκαφών της Ακκαρών.

Τα πολλά χειροποίητα αντικείμενα του σιδήρου που βρίσκονται σε αυτό το κτήριο, συμπεριλαμβανομένου και ενός μαχαιριού με μια εγχάρακτη λαβή από ελεφαντόδοντο, υπογραμμίζουν τη αναφορά της Παλαιάς Διαθήκης σχετικά με το μονοπώλιο της παραγωγής σιδερένιων όπλων που κατείχαν οι Φιλισταίοι: «19 καὶ τέκτων σιδήρου οὐχ εὑρίσκετο ἐν πάσῃ γῇ ᾿Ισραήλ, ὅτι εἶπον οἱ ἀλλόφυλοι· μὴ ποιήσωσιν οἱ ῾Εβραῖοι ρομφαίαν καὶ δόρυ» (Α’ Βασιλειών, 13, 19).
Σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη η Ακκαρών ορίστηκε αρχικά να περιέλθει στην κατοχή της φυλής του Ιούδα: «45 ᾿Ακκαρὼν καὶ αἱ κῶμαι αὐτῆς καὶ αἱ ἐπαύλεις αὐτῶν· 46 ἀπὸ ᾿Ακκαρὼν Γεμνὰ καὶ πᾶσαι, ὅσαι εἰσὶ πλησίον ᾿Ασηδώθ, καὶ αἱ κῶμαι αὐτῶν·» (Ιησούς του Ναυή, 15, 45 – 46). Μεταγενέστερα όμως η φυλή του Ιούδα έχασε την Ακκαρών, την Γάζα, την Ασκάλωνα και την Αζωτό: «18 καὶ οὐκ ἐκληρονόμησεν ᾿Ιούδας τὴν Γάζαν οὐδὲ τὰ ὅρια αὐτῆς, οὐδὲ τὴν ᾿Ασκάλωνα ουδὲ τὰ ὅρια αὐτῆς, οὐδὲ τὴν ᾿Ακκαρὼν οὐδὲ τὰ ὅρια αὐτῆς, τὴν ῎Αζωτον οὐδὲ τὰ περισπόρια αὐτῆς» ( Κριτές 1,18 ). Σε νέα αναδιανομή των εδαφών η Ακκαρών περιήλθε στην κυριότητα της φυλής του Δαν: «40 Καὶ τῷ Δὰν ἐξῆλθεν ὁ κλῆρος ὁ ἕβδομος. 41 καὶ ἐγενήθη τὰ ὅρια αὐτῶν Σαρὰθ καὶ ᾿Ασὰ καὶ πόλεις Σαμμάυς 42 καὶ Σαλαμὶν καὶ ᾿Αμμὼν καὶ Σιλαθὰ 43 καὶ ᾿Ελὼν καὶ Θαμναθὰ καὶ ᾿Ακκαρὼν 44 καὶ ᾿Αλκαθὰ καὶ Βεγεθὼν καὶ Γεβεελὰν 45 καὶ ᾿Αζὼρ καὶ Βαναιβακὰτ καὶ Γεθρεμών, 46 καὶ ἀπὸ θαλάσσης ῾Ιεράκων ὅριον πληρίον ᾿Ιόππης. 47 αὕτη ἡ κληρονομία φυλῆς υἱῶν Δὰν κατὰ δήμους αὐτῶν, αἱ πόλεις αὐτῶν καὶ αἱ κῶμαι αὐτῶν» ( Ιησούς του Ναυή, 19, 40- 47). Ίσως όμως αυτές οι διανομές της κυριαρχίας των Ισραηλιτών να μην μπόρεσαν να πραγματοποιηθούν τελικά στο σύνολό τους ή σε κάποιες περιπτώσεις, όπως της Ακκαρών, στην οποία τα αρχαιολογικά ευρήματα μαρτυρούν μια ακμάζουσα φιλισταϊκή πόλη κατά τη διάρκεια του 12ου και 11ου αιώνα π. Χ.
Την εποχή που εμφανίστηκε ο Δαβίδ στο προσκήνιο της ιστορίας, όταν νίκησε τον Φιλισταίο Γολιάθ στην γνωστή μονομαχία στην κοιλάδα Ηλά, στα σύνορα της γης των Φιλισταίων με την Ιουδαία, οι Ισραηλίτες καταδίωξαν τον στρατό των Φιλισταίων μέχρι τις πύλες της Ακκαρών: «52 καὶ ἀνίστανται ἄνδρες ᾿Ισραὴλ καὶ ᾿Ιούδα καὶ ἠλάλαξαν καὶ κατεδίωξαν ὀπίσω αὐτῶν ἕως εἰσόδου Γὲθ καὶ ἕως τῆς πύλης ᾿Ασκάλωνος, καὶ ἔπεσον τραυματίαι τῶν ἀλλοφύλων ἐν τῇ ὁδῷ τῶν πυλῶν καὶ ἕως Γὲθ καὶ ἕως ᾿Ακκαρών» ( Α’ Βασιλειών, 17, 52 ).
Η Ακκαρών καταστράφηκε πιθανώς από το βασιλιά Δαβίδ κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του εναντίον των Φιλισταίων στις αρχές του 10ου αιώνα π. Χ. Κατά τη διάρκεια των επόμενων 300 ετών ο οικισμός της Ακκαρών συρρικνώθηκε στο χώρο της ακρόπολης επάνω στο Τελ Μικνέ. Ο προφήτης Αμώς προφήτευσε την καταστροφή της στον 8ο αιώνα π. Χ.: «8 καὶ ἐξολοθρεύσω κατοικοῦντας ἐξ ᾿Αζώτου, καὶ ἐξαρθήσεται φυλὴ ἐξ ᾿Ασκάλωνος, καὶ ἐπάξω τὴν χεῖρά μου ἐπὶ ᾿Ακκάρων, καὶ ἀπολοῦνται οἱ κατάλοιποι τῶν ἀλλοφύλων, λέγει Κύριος» ( Aμώς, 1, 8 ).
Το 712 π. Χ. ο βασιλιάς της Ασσυρίας Σαργών Β΄ κατέκτησε την Ακκαρών και αποθανάτισε την πολιορκία της στις τοιχογραφίες του ανακτόρου του στην πρωτεύουσά του Dur-Sharrukin ( Οίκος του Σαργών ), το σημερινό χωριό Χορσαμπάντ του Ιράκ.
Κατά τη διάρκεια του 7ου αιώνα π. Χ. η Ακκαρών ήταν για ακόμα μια φορά μια σημαντική πόλη - κράτος και μερικοί από τους βασιλιάδες του αναφέρονται στα χρονικά των Νέο-Ασσυρίων βασιλιάδων. Η πόλη γνώρισε οικονομική ανάπτυξη και ευημερία κάτω από την ασσυριακή διοίκηση. Η ανάπτυξη αυτή είναι φανερή από την επέκταση της κάτω πόλης και ένα νέο οικοδομικό τετράγωνο στη βορεινή της πλευρά ( στο υψηλότερο τμήμα της πόλης ) . Στην ακμή της κάλυψε μια έκταση περίπου 85 στρεμμάτων και ήταν έτσι μια από τις μεγαλύτερες πόλεις των βιβλικών χρόνων. Πολεοδομικά η Ακκαρών ήταν προσεκτικά σχεδιασμένη. Υπήρχαν οικοδομικά τετράγωνα για κατοικίες καθώς και εμπορικές και βιομηχανικές περιοχές. Τέλος, υπήρχε και μια ξεχωριστή περιοχή για τον βασιλιά και την αριστοκρατία.
Η κύρια πηγή πλούτου της Ακκαρών ήταν η παραγωγή ελαιολάδου και η κλωστοϋφαντουργία. Τα βιομηχανικά κτήρια είναι χτισμένα σε μια πυκνή ζώνη κατά μήκος της εσωτερικής περιμέτρου των τειχών της πόλης. Η αρχαιολογική έρευνα έχει αποκαλύψει περίπου 115 εγκαταστάσεις ελαιοτριβείων - υφαντουργείων, από τα οποία μόνο μερικά έχουν ανασκαφθεί. Τα ελαιοτριβεία - υφαντουργεία, που ο σχεδιασμός τους είναι σχεδόν ομοιόμορφος, αποτελούνται από τρία δωμάτια: ένα δωμάτιο για τη συντριβή και τη συμπίεση ελαιόκαρπου, ένα για την αποθήκευση του λαδιού σε πιθάρια, και ένα δωμάτιο, αυτό που έβλεπε στον δρόμο, για την υφαντουργική δραστηριότητα. Οι εγκαταστάσεις αυτές είχαν μια πολλαπλάσια λειτουργία, τέσσερις μήνες το χρόνο για την παραγωγή ελαιολάδου και οκτώ μήνες για την παραγωγή των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων.



Γενική άποψη ενός καταστήματος, ελαιοτριβείου και υφαντουργείου.

Η διαδικασία της παραγωγής του ελαιόλαδου περιέλαβε πρώτα την σύνθλιψη του ελαιόκαρπου με μια κυλινδρική πέτρα σε μια μεγάλη ορθογώνια πέτρινη δεξαμενή. Από κάθε πλευρά της δεξαμενής σύνθλιψης υπήρχαν πιεστήρια, που το καθένα αποτελείτε από μια δεξαμενή λαξευμένη σε πέτρα με ένα άνοιγμα ψηλά και με χωρητικότητα αρκετών δεκάδων λίτρων.
Τον ελαιόκαρπο που είχε συνθλιβεί τον έβαζαν μέσα σε καλάθια από ίνες, τα οποία, στη συνέχεια, τα τοποθετούσαν το ένα πάνω στο άλλο πάνω σε ξύλινα τελάρα με τρύπες που κάλυπταν τις δεξαμενές. Κατόπιν τα καλάθια με τον συντριμμένο ελαιόκαρπο τα πίεζαν με μεγάλη δύναμη, χρησιμοποιώντας έναν μακρύ ξύλινο δοκάρι, του οποίου η μια άκρη έμπαινε σε μια οπή στον τοίχο και η άλλη, που ήταν ελεύθερη, τραβιόταν προς τα κάτω, με πολύ μεγάλη δύναμη, από μεγάλα πέτρινα βαρίδια. Τα βαρίδια αυτά είχαν μία οπή στο κέντρο που προσαρμοζόταν στην ελεύθερη άκρη του δοκαριού, που με αυτό τον τρόπο πίεζε πολύ δυνατά τον ελαιόκαρπο που ήταν μέσα στα καλάθια από ίνες. Τα μεγάλα πέτρινα βαρίδια ανυψωνόντουσαν μέχρι την άκρη του δοκού πίεσης με τροχαλίες. Η μεγάλη αυτή πίεση είχε ως αποτέλεσμα να βγαίνει το λάδι, που έρεε μέσα στις δεξαμενές και από εκεί μεταφερόταν σε πιθάρια, όπου το άφηναν για να χωριστεί από τα υπολείμματα νερού που περιείχε ( το νερό ως βαρύτερο συγκεντρωνόταν στο βάθος του πιθαριού ).



Ένα ελαιοτριβείο της Ακκαρών, 7ος αιώνα π.Χ.


Ανάλογα με την εποχή του έτους το ελαιοτριβείο λειτουργούσε και ως υφαντουργείο.

Ένα θραύσμα από ένα αγγείο ελαίου διατήρησε μέχρι τις μέρες μας την μελανόχρωμη επιγραφή «λάδι», που δηλώνει το είδος του υγρού που φυλαγόταν μέσα στο αγγείο. Υπολογίζεται ότι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου η Ακκαρών παρήγαγε τουλάχιστον 500 τόνους του λαδιού το χρόνο. Το μέγεθος αυτό της παραγωγής καθιστά την Ακκαρών πιθανότατα το μεγαλύτερο κέντρο παραγωγής λαδιού της αρχαιότητας από όσα έχουν ανακαλυφθεί μέχρι σήμερα.



Αμφορείς τυπικής τεχνοτροπίας της Χαναάν για αποθήκευση λαδιού.

Ο πολιτισμός της Ακκαρών ήταν ένας τοπικός φιλισταΐκος πολιτισμός με ιουδαϊκές και φοινικικές επιδράσεις. Στην βιομηχανική περιοχή της πόλης βρέθηκαν πολλοί πέτρινοι τετραγωνόσχημοι βωμοί με μια μικρή κοιλότητα στην κορυφή τους και κετατόμορφες προεξοχές που θυμίζουν τους κερασφόρους βωμούς της ιουδαϊκής βιβλικής παράδοσης.


Ένας πέτρινος βωμός στα ερείπια.

Στην περιοχή που κατοικούσε ο βασιλιάς και η αριστοκρατία της Ακκαρών βρέθηκε ένα ανακτορικής μορφής οικοδόμημα μέσα στο οποίο ανακαλύφθηκε μία επιγραφή που χρονολογείται από την εποχή της καταστροφής της πόλης από τους Βαβυλωνίους ( 712 π. Χ. βασιλιάς Ασσυρίας Σαργών Β΄ ).
Το οικοδόμημα αυτό ήταν ένα μεγάλο ορθογώνιο κτίσμα, διαστάσεων 57 μ. επί 38 μ., με πρόδηλη την επίδραση της ασσυριακής αρχιτεκτονικής .
Το κτίσμα περιλάμβανε ένα μεγάλο προαύλιο που το περιέβαλαν δωμάτια, ενώ στο βάθος υπήρχε μια μακριά «αίθουσα του θρόνου», όπως μαρτυρά το ανυψωμένο τμήμα του δαπέδου της, πάνω στο οποίο θα υπήρχε ο θρόνος του ηγεμόνα. Προς το βάθος της «αίθουσας του θρόνου» υπήρχε μια εγκάρσια κιονοστοιχία που την χώριζε από ένα χώρο που ίσως ήταν ένα θρησκευτικής χρήσης άδυτο. Η όλη αρχιτεκτονική διαρρύθμιση του οικοδομήματος θυμίζει την διαρρύθμιση της Σκηνής του Μαρτυρίου επί Μωϋσή και του Ναού της Ιερουσαλήμ.
Η πιθανότερη ερμηνεία του οικοδομήματος αυτού είναι ότι συνδυάζει την κρατική με την θρησκευτική λειτουργία. Ο θρόνος ανήκει στον ηγεμόνα που εποπτεύει και το ιερό, άρα ελέγχει και την θρησκεία. Επομένως έχουμε μία κρατική εξουσία που επικρατεί επί της θρησκεία. Αν δεν ισχύει αυτό, τότε έχουμε μια θεοκρατική εξουσία και ο θρόνος ανήκει στον αρχιερέα, όπως και όλο το κτηριακό συγκρότημα.



Η πινακίδα από τα Άγια των Αγίων της κεντρικής αίθουσας του διοικητικού κέντρου της Ακκαρών.

Η αποκατάσταση του κειμένου της πινακίδας.

Σε ένα ενδότερο χώρο του αδύτου, που ίσως είναι Άγια των Αγίων του φιλισταϊκού Ναού, βρέθηκε μία επιγραφή χαραγμένη σε μία ορθογώνια πέτρα διαστάσεων 61 Χ 38 Χ 26 cm. Στην επιγραφή αυτή διαβάζουμε τα εξής: « Ο ναός αυτός χτίστηκε από τον ‘Akish, γιο του Padi, γιο του Yasid, γιο του Adα, γιο του Ya’ir, κυβερνήτη της Ακκαρών, για την Ptgyh, την κυρία του (την θεά του). Είθε να τον ευλογεί, και να τον φρουρεί (προστατεύει), και να παρατείνει τις ημέρες του, και να ευλογεί την γη του» ( S. Gitin, T. Dothan, and J. Naveh, «A royal dedicatory inscription from Ekron,», Israel Exploration Journal 47- 1997, pp. 9 -16 ).
Η επιγραφή είναι μοναδική επειδή περιέχει το όνομα μιας βιβλικής πόλης και πέντε από τους κυβερνήτες της, δύο από οποίοι αναφέρονται ως βασιλιάδες σε εξωβιβλικά κείμενα. Η επιγραφή αυτή είναι σαφέστατα καθορισμένη χρονολογικά και ο τίτλος «κυβερνήτης της Ακκαρών» που αποδίδει στον ηγεμόνα ‘Akish είναι απόδειξη ότι ο αρχαίος οικισμός του Τελ Μικνέ ταυτίζεται μα την βιβλική Ακκαρών. Ακόμη η επιγραφή αυτή είναι μοναδική και για ένα άλλο λόγο, μας δίνει το όνομά της πολιούχου θεάς της Ακκαρών, της Ptgyh, της Κυρίας, τίτλος που απέδιδαν οι Φιλισταίοι στην Ασερά την σύζυγο του θεού Ελ και μητέρα του θεού Βάαλ (Aaron Demsky, The Name of the Goddess of Ekron. A New Reading , Journal of the Ancient Near Eastern Society vol. 25,1997, pp.1-5. M. G. Easton, Illustrated Bible Dictionary 1897. Keith Schoville, Stone Campbell Journal, Vol. 4, No. 1)
Οι ανασκαφές στο Τελ Μικνέ – Ακκαρών έγιναν κάτω από την διεύθυνση της καθηγήτριας Τrude Dothan του Eβραϊκού Πανεπιστημίου της Ιερουσαλήμ και του ραββίνου Seymour Gitin του Ινστιτούτου Αρχαιολογικής Έρευνας W. F. Albright της Ιερουσαλήμ.


Οι ανασκαφείς της Ακκαρών, ο ραββίνος Seymour Gitin και η Trude Dothan.

Η τελική μοίρα της Ακκαρών ήταν να την δώσει ο βασιλιάς της Συρίας Αλέξανδρος Βάλας ως δώρο στον Ιωνάθαν Μακκαβαίο: «88 καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν ᾿Αλέξανδρος ὁ βασιλεὺς τοὺς λόγους τούτους, καὶ προσέθετο δοξάσαι τὸν ᾿Ιωνάθαν. 89 καὶ ἀπέστειλεν αὐτῷ πόρπην χρυσῆν, ὡς ἔθος ἐστὶ δίδοσθαι τοῖς συγγενέσι τῶν βασιλέων, καὶ ἔδωκεν αὐτῷ τὴν ᾿Ακκαρὼν καὶ πάντα τὰ ὅρια αὐτῆς εἰς κληροδοσίαν» ( Α’ Μακκαβαίων, 10, 88 - 89 ). Ο Αλέξανδρος Α' Βάλας ήταν ηγεμόνας της Αυτοκράτορίας των Σελευκιδών κατά την περίοδο 150 – 146 π. Χ. Ανέβηκε στο θρόνο υποστηρίζοντας ότι ήταν γιος του Αντίοχου Δ' του Επιφανούς και ως τέτοιον τον αναφέρει το ‘Α Μακκαβαίων και ο Φλάβιος Ιώσηπος.
Το συμπέρασμα που εξάγεται από την μελέτη της αρχαιολογίας και της ιστορίας του Τελ Μικνέ, η φιλισταϊκή πόλη Ακκαρών της Παλαιάς Διαθήκης είναι το ακόλουθο: Ο πολιτισμός της Ακκαρών έχει δεχθεί επιρροές από τους Χαναναίους και τους Φοίνικες. Το διοικητικό κέντρο, που συνδυάζει και την θρησκευτική αποστολή, βρίσκεται στο εμπορικό τμήμα της κάτω πόλης, σε αντίθεση με το μέγαρο του μυκηναίου άνακτος, που βρισκόταν στο εσωτερικό της ακρόπολης. Η κυρία αίθουσα του διοικητικού κέντρου χωρίζεται εγκάρσια από μια κιονοστοιχία που πίσω της βρίσκεται το θρησκευτικό τμήμα του διοικητικού κέντρου σε ένα διαμέρισμα που θυμίζει τα άγια των αγίων όλων των χανανιτικών ιερών της περιοχής και του Ναού της Ιερουσαλήμ. Στο εσωτερικό του θρησκευτικού τμήματος βρίσκεται το εντοιχισμένο το ανάγλυφο της πολιούχου θεάς της Ακκαρών και η σχετική αναθηματική επιγραφή. Στο μυκηναϊκό ανάκτορο υπήρχαν οι εφέστιοι θεοί, μικρά πήλινα αγαλματίδια επί του χείλους της εστίας του μεγάρου, και σε ειδικό δωμάτιο του ανακτόρου , στο λατρευτικό κέντρο, το ξόανο του θεού. Το μυκηναϊκό ιερό εντός του ανακτόρου είναι τελείως διαφορετική εγκατάσταση από το λατρευτικό τμήμα της κύριας αίθουσας του διοικητικού κέντρου της Ακκαρών. Όσο και αν ψάξουμε δεν θα βρούμε ομοιότητες μεταξύ μιας οποιασδήποτε μυκηναϊκής πόλης και της φιλισταϊκής πόλης της Ακκαρών. Η πολιούχος της Ακκαρών, η Ασερά δεν μας θυμίζει σε τίποτα τις θεές της μυκηναϊκής θρησκείας. Η προσωπικότητα της Ασερά είναι τριπλή, σύζυγος του Ελ, όπως η Ήρα του Διός, μητέρα του Βάαλ, του Υιού και Λόγου του Ελ, και θεά της βλάστησης, όπως η Δήμητρα, αλλά με ιδιότητα κυριαρχίας και επί των υδάτων. Τέτοιου είδους θεότητα στον ελλαδικό χώρο της εποχής του χαλκού δεν υπήρχε, ούτε και μεταγενέστερα. Ο πολιτισμός των Φιλισταίων όπως αυτός παρουσιάζεται στην Ακαρρών δεν έχει σχέση με τον πολιτισμό καμιάς περιόδου του ελλαδικού χώρου και ο λαός που κατοικούσε σε αυτή την πόλη δεν συνδέεται εθνολογικά με τους Έλληνες όλων των πολιτισμικών φάσεων της αρχαιότητας. Τα κεραμικά ευρήματα που έχουν κάποια ομοιότητα με την Υστεροελλαδικής κεραμικής ΙΙΙ Γ δεν πείθουν για κάποια εθνολογική σχέση, είναι προϊόντα κακής μίμησης των ελληνικών πρωτοτύπων που κατακλύζουν ολόκληρη την Μεσόγειο χωρίς να δημιουργούν υπόνοιες για άλλους λαούς ότι έχουν κάποια εθνολογική σχέση με τους Μυκηναίους ή άλλους Έλληνες άλλων ιστορικών φάσεων. Ο γράφων δεν βλέπει τον λόγο, γιατί θα πρέπει να γίνεται αυτός ο συσχετισμός ειδικά για τους Φιλισταίους; Τι έχουν οι Φιλισταίοι που του κάνει να διαφέρουν από τους άλλους λαούς, που κατείχαν κεραμικά όμοια με τα μυκηναϊκά χωρίς να θεωρούνται Μυκηναίοι; Ο πολιτισμός των Φιλισταίων, όπως αυτός παρουσιάζεται στις ανασκαφές της πόλης Ακκαρών, είναι ένας τυπικός πολιτιαμός της Χαναάν και διαφέρει σαφώς από τον μυκηναμαϊκό και τον μινωικό πολιτισμό.


Γλώσσα.
Τίποτα δεν μας είναι γνωστό για την γλώσσα των Φιλισταίων (Fahlbusch Erwin, Lochman Jan Milic, Bromiley Geoffrey William Barrett,David B, Mbiti John , The encyclopedia of Christianity, p. 185. Wm. B. Eerdmans Publishing, 2005).
Η φιλισταϊκή λέξη Seren που σημαίνει άρχοντας ίσως προέρχεται από την ελληνική λέξη Τύραννος που είναι δάνειο από την λουβιακή γλώσσα (Helck W., Ein sprachliches Indiz für die Herkunft der Philister, in: Beiträge zur Nemenforschung 21, 1983, p. 31. Meriggi, P. «Schizzo della delineazione nominale dell'eteo geroglifico, Continuazione e fine», Archivio Glottologico Italiano, 38, 1953. pp. 36-57. Meriggi, P. «Schizzo della delineazione nominale dell'eteo geroglifico, Continuazione e fine», Archivio Glottologico Italiano, 38, 1953., p. 1146. R. Gusmani, Isoglossi lessicali Greco-Ittite, Studi linguistici in onore di Vittore Pisani, Brescia 1969, Vol. 1, p. 511-12. Cornil, P. Une étymologie étrusco-hittite, Atti del II Congresso Internazionale de Hittitologia, Pavía, 1995, p. 84-85) ή από την λυδική γλώσσα (Rabin, C. Hittite Words in Hebrew, Or NS 32, 1963, pp. 113-39).


Θρησκεία.
Η θρησκεία των Φιλισταίων ταυτίζεται απόλυτα με την θρησκεία των Χαναναίων και των Φοινίκων, των οποίων οι θεοί, Δαγών, Ασταρώθ ( είναι η Ασερά της Ακκαρών) και Βάαλ ( Βαάλ Ζεβούβ ή Βαάλ Μυίας ειδικά για την Ακκαρών) είναι και θεοί των Φιλίσταίων (Fahlbusch Erwin, Lochman Jan Milic, Bromiley Geoffrey William Barrett,David B, Mbiti John , The encyclopedia of Christianity, p. 185. Wm. B. Eerdmans Publishing, 2005).
Η λατρεία των ειδωλολατρικών θεοτήτων των Χαναναίων και των Φοινίκων υπό των Φιλισταίων βεβαιώνεται από την αρχαιολογία και από την Παλαιά Διαθήκη.
Η λατρεία του Δαγών από τους Φιλισταίους μας είναι γνωστή από δύο βιβλικές πηγές, το βιβλίο των Κριτών και το Α’ Βασιλειών.
Σε κάποιο σημείο της ιστορίας του Σαμψών στο βιβλίο των Κριτών γίνεται αναφορά στην λατρεία του Δαγών από τους Φιλισταίους : «καὶ οἱ ἄρχοντες τῶν ἀλλοφύλων συνήχθησαν θυσιάσαι θυσίασμα μέγα τῷ Δαγὼν θεῷ αὐτῶν καὶ εὐφρανθῆναι καὶ εἶπαν· ἔδωκεν ὁ Θεὸς ἐν χειρὶ ἡμῶν τὸν Σαμψὼν τὸν ἐχθρὸν ἡμῶν» (Κριτές 16,23). Η αναφορά που κάνει το Α’ Βασιλειών για την λατρεία του Δαγών στην φιλισταϊκή πόλη Άζωτον είναι εκτεταμένη και πολλή ενδιαφέρουσα : «Καί ἀλλόφυλοι ἔλαβον τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ καὶ εἰσήνεγκαν αὐτὴν ἐξ ᾿Αβενέζερ εἰς ῎Αζωτον. 2 καί ἔλαβον ἀλλόφυλοι τὴν κιβωτὸν Κυρίου καὶ εἰσήνεγκαν αὐτὴν εἰς οἶκον Δαγὼν καὶ παρέστησαν αὐτὴν παρὰ Δαγών. 3 καὶ ὤρθρισαν οἱ ᾿Αζώτιοι καὶ εἰσῆλθον εἰς οἶκον Δαγὼν καὶ εἶδον καὶ ἰδοὺ Δαγὼν πεπτωκὼς ἐπὶ πρόσωπον αὐτοῦ ἐνώπιον κιβωτοῦ τοῦ Θεοῦ· καὶ ἤγειραν τὸν Δαγὼν καὶ κατέστησαν εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ. καὶ ἐβαρύνθη χεὶρ Κυρίου ἐπὶ τοὺς ᾿Αζωτίους καὶ ἐβασάνισεν αὐτοὺς καὶ ἐπάταξεν αὐτοὺς εἰς τὰς ἕδρας αὐτῶν, τὴν ῎Αζωτον καὶ τὰ ὅρια αὐτῆς. 4 καὶ ἐγένετο ὅτε ὤρθρισαν τὸ πρωΐ, καὶ ἰδοὺ Δαγὼν πεπτωκὼς ἐπὶ πρόσωπον αὐτοῦ ἐνώπιον κιβωτοῦ διαθήκης Κυρίου, καὶ ἡ κεφαλὴ Δαγὼν καὶ ἀμφότερα τὰ ἴχνη χειρῶν αὐτοῦ ἀφῃρημένα ἐπὶ τά ἐμπρόσθια ἀμαφὲθ ἕκαστον, καὶ ἀμφότεροι οἱ καρποὶ τῶν χειρῶν αὐτοῦ πεπτωκότες ἐπὶ τὸ πρόθυρον, πλὴν ἡ ράχις Δαγὼν ὑπελείφθη. 5 διὰ τοῦτο οὐκ ἐπιβαίνουσιν οἱ ἱερεῖς Δαγὼν καὶ πᾶς ὁ εἰσπορευόμενος εἰς οἶκον Δαγὼν ἐπὶ βαθμὸν οἴκου Δαγὼν ἐν ᾿Αζώτῳ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης, ὅτι ὑπερβαίνοντες ὑπερβαίνουσι. 6 καὶ ἐβαρύνθη ἡ χεὶρ Κυρίου ἐπὶ ῎Αζωτον, καὶ ἐπήγαγεν αὐτοῖς καὶ ἐξέζεσεν αὐτοῖς εἰς τὰς ναῦς, καὶ μέσον τῆς χώρας αὐτῆς ἀνεφύησαν μύες, καὶ ἐγένετο σύγχυσις θανάτου μεγάλη ἐν τῇ πόλει. 7 καὶ εἶδον οἱ ἄνδρες ᾿Αζώτου ὅτι οὕτως, καὶ λέγουσιν· ὅτι οὐ καθήσεται κιβωτὸς τοῦ Θεοῦ ᾿Ισραὴλ μεθ᾿ ἡμῶν, ὅτι σκληρὰ χεὶρ αὐτοῦ ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ Δαγὼν θεὸν ἡμῶν» (Α’ Βασιλειών, 5,1-7).


Δαγών, ο θεός των Φιλισταίων

Σύμφωνα με όσα περιγράφει το Α’ Βασιλειών όταν φόνευσαν οι Φιλισταίοι τον βασιλιά Σαούλ αφιέρωσαν τον οπλισμό του στον ναό της Αστάρτης ( της Ασερά ) : «10καὶ ἀνέθηκαν τὰ σκεύη αὐτοῦ εἰς τὸ ᾿Ασταρτεῖον καὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ κατέπηξαν ἐν τῷ τείχει Βαιθσάν. 11 καὶ ἀκούουσιν οἱ κατοικοῦντες ᾿Ιαβὶς τῆς Γαλααδίτιδος ἃ ἐποίησαν οἱ ἀλλόφυλοι τῷ Σαούλ·» (Α’ Βασιλειών, 31,10-11).


Η θεά Αστάρτη, από την περιοχή της Χεβρώνος του Ισραήλ. Πήλινο ανάγλυφο του 1400 π. Χ. περίπου, Ύστερη Εποχή του Χαλκού ΙΙ. Πανεπιστήμιο της Χάϊφα, Ισραήλ.

Ο Βαάλ Ζεβούβ ή Βαάλ Μυίας, κατά την μετάφραση των Ο’, λατρευόταν από τους Φιλισταίους και, όπως αναφέρει το Δ’ Βασιλειών σε τρεις παραγράφους του πρώτου κεφαλαίου, ήταν ο πολιούχος θεός της Ακκαρών: «καὶ ἔπεσεν ᾿Οχοζίας διὰ τοῦ δικτυωτοῦ τοῦ ἐν τῷ ὑπερῴῳ αὐτοῦ τῷ ἐν Σαμαρείᾳ καὶ ἠρρώστησε. καὶ ἀπέστειλεν ἀγγέλους καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· δεῦτε καὶ ἐπιζητήσατε ἐν τῷ Βάαλ μυῖαν θεὸν ᾿Ακκαρών, εἰ ζήσομαι ἐκ τῆς ἀρρωστίας μου ταύτης· καὶ ἐπορεύθησαν ἐπερωτῆσαι δι᾿ αὐτοῦ» (Δ' Βασιλέων 1, 2). Η δεύτερη αναφορά του Δ’ Βασιλειών για τον Βαάλ Ζεβούβ ή Βαάλ Μυΐαν ως πολιούχο θεό της Ακκαρών είναι η ακόλουθη: «καὶ εἶπαν πρὸς αὐτόν· ἀνὴρ ἀνέβη εἰς συνάντησιν ἡμῶν καὶ εἶπε πρὸς ἡμᾶς· δεῦτε ἐπιστράφητε πρὸς τὸν βασιλέα τὸν ἀποστείλαντα ὑμᾶς καὶ λαλήσατε πρὸς αὐτόν· τάδε λέγει Κύριος· εἰ παρὰ τὸ μὴ εἶναι Θεὸν ἐν ᾿Ισραὴλ σὺ πορεύῃ ἐπιζητῆσαι ἐν τῷ Βάαλ μυῖαν θεὸν ᾿Ακκαρών; οὐχ οὕτως· ἡ κλίνη, ἐφ᾿ ἧς ἀνέβης ἐκεῖ, οὐ καταβήσῃ ἀπ᾿ αὐτῆς, ὅτι θανάτῳ ἀποθανῇ» (Δ’ Βασιλειών 1, 6). Η Τρίτη αναφορά του 1ου κεφαλαίου του Δ’ Βασιλειών στον Βαάλ Ζεβούβ ή Βαάλ Μυΐαν είναι η ακόλουθη: «καὶ ἐλάλησε πρὸς αὐτὸν καὶ εἶπεν ᾿Ηλιού· τάδε λέγει Κύριος· τί ὅτι ἀπέστειλας ἀγγέλους ἐκζητῆσαι ἐν τῷ Βάαλ μυῖαν θεὸν ᾿Ακκαρών; οὐχ οὕτως· ἡ κλίνη, ἐφ᾿ ἧς ἀνέβης ἐκεῖ, οὐ καταβήσῃ ἀπ᾿ αὐτῆς, ὅτι θανάτῳ ἀποθανῇ» (Δ’ Βασιλειών 1, 16). Εδώ πρέπει να κάνουμε μια παρατήρηση σχετικά με την ονομασία του πολιούχου θεού της Ακκαρών κατά το Δ’ Βασιλειών. Το μοναδικό βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης που κάνει αναφορά στον Βαάλ Ζεβούβ είναι το Δ’ Βασιλειών, (κεφ. 1, 2-17 ). Ο τύπος του ονόματος αυτού του Φιλισταίου θεού σήμερα μας σώζεται σε τέσσερεις διαφορετικές μορφές, το εβραϊκό κείμενο τον ονομάζει Βαβαλ Ζεβουβ, στη μετάφραση του στα ελληνικά ο Ακύλας τον αναφέρει ως Βαάλ Ζεβούβ, ο Σύμμαχος μας δίνει τον τύπο Βεελζεβούλ, ενώ οι Εβδομήκοντα ( Ο’ ) στην μετάφρασή τους τον αναφέρουν ως Βαάλ μυίαν. Το σχετικό εδάφιο στην μετάφραση του Θεοδοτίωνος δεν σώζεται. Αυτά για τον πολιούχο θεό της Ακκαρών, τον περιώνυμο Βαάλ Ζεβούβ με όλες τις παραλλαγές της ονομασίας του (Βαβάλ Ζεβούβ, Βεελζεβούλ και Βαάλ Μυΐα) (δες σχετική ανέκδοτη μελέτη του γράφοντος υπό τον τίτλο: «Βαάλ Ζεβούβ, ένας παρεξηγημένος θεός των Φιλισταίων»).


Ο θεός Βάαλ.
(Αγαλματίδιο από την Ουγκαρίτ, σήμερα βρίσκεται στο μουσείο του Λούβρου).

Ο θεός της Ακκαρών Βαάλ Ζεβούβ είναι μια θρησκευτική εξειδίκευση του θεού Βάαλ που επίσης λατρευόταν από τους Φιλισταίους και για τον οποίο υπάρχουν αναφορές στην Βίβλο, ένα από τα σχετικά χωρία είναι και το ακόλουθο: «18α Καὶ ᾿Ιωρὰμ υἱὸς ᾿Αχαὰβ βασιλεύει ἐπὶ ᾿Ισραὴλ ἐν Σαμαρείᾳ ἔτη δεκαδύο, ἐν ἔτει ὀκτωκαιδεκάτῳ ᾿Ιωσαφὰτ βασιλέως ᾿Ιούδα. 18β καὶ ἐποίησε τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου, πλὴν οὐχ ὡς οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, οὐδὲ ὡς ἡ μήτηρ αὐτοῦ. 18γ καὶ ἀπέστησε τὰς στήλας τοῦ Βάαλ, ἃς ἐποίησεν ὁ πατὴρ αὐτοῦ, καὶ συνέτριψεν αὐτάς· πλὴν ἐν ταῖς ἁμαρτίαις οἴκου ῾Ιεροβοάμ, ὃς ἐξήμαρτε τὸν ᾿Ισραήλ, ἐκολλήθη, οὐκ ἀπέστη ἀπ᾿ αὐτῶν. 18δ καὶ ἐθυμώθη ὀργῇ Κύριος εἰς τὸν οἶκον ᾿Αχαάβ» (Δ’ Βασιλειών 1, 18 α -18 δ).
Η θρησκεία των Φιλισταίων περιελάμβανε και την μαντική τέχνη που την ασκούσε το ιερατείο: «Καί ἦν κιβωτὸς ἐν ἀγρῷ τῶν ἀλλοφύλων ἑπτὰ μῆνας, καὶ ἐξέζεσεν ἡ γῆ αὐτῶν μύας. 2 καὶ καλοῦσιν ἀλλόφυλοι τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς μάντεις καὶ τοὺς ἐπαοιδοὺς αὐτῶν λέγοντες· τί ποιήσωμεν τῇ κιβωτῷ Κυρίου; γνωρίσατε ἡμῖν ἐν τίνι ἀποστελοῦμεν αὐτὴν εἰς τὸν τόπον αὐτῆς» (Δ’ Βασιλειών 2, 1-2).
Αυτό που καθίσταται σαφές από αυτή την συντομη περιγραφή της θρησκείας των Φιλισταίων είναι ο χαναανιτικός χαρακτήρας της. Η θρησκεία των Φιλισταίων, όπως την παρουσιάζουν, η Βίβλος και ανασκαφές, είναι όμοια με την θρησκεία των Χαναναίων και των Φοινίκων. Στην θρησκευτική λατρεία των Φιλισταίων απουσιάζουν τα ιερά κορυφής, τα κέρατα καθοσιώσεως και οι θολωτοί τάφοι που χαρακτηρίζουν την μυκηναϊκή λατρεία.


Συμπέρασμα.
Από την εξέταση της ετυμολογίας του εθνικού ονόματος «Φιλισταίοι», της ιστορίας, των αρχαιολογικών ευρημάτων, της γλώσσας και της θρησκείας των Φιλισταίων καταλήγουμε στο ακόλουθο συμπέρασμα:
Οι Φιλισταίοι ήταν ένας τυπικός πολυθεϊστικός λαός της Χαναάν. Η καταγωγή του σύμφωνα με την Γένεση (10, 6 -14) είναι Χαμιτική, σύμφωνα δε με το Δευτερονόμιο (2, 23) και το προφήτη Αμώς (9, 7) προέρχονται από την Καππαδοκία. Το Ταλμούδ (Chullin 60 b) δίνει για την καταγωγή των Φιλισταίων την ακόλουθη ερμηνεία. Το αρχικό φυλετικό υπόστρωμα των Φιλισταίων προερχόταν από την φυλή του Χαμ. Αυτό το αρχικό φυλετικό υπόστρωμα το υπέταξαν αργότερα επιδρομείς που είχαν ως αρχικό τόπο προέλευσης την Καππαδοκία. Από την ανάμειξη των δύο αυτών λαών δημιουργήθηκαν οι Φιλισταίοι της εποχής των Κριτών και των πρώτων Βασιλέων, Σαούλ και Δαβίδ.
Σύμφωνα πάντα με την Γένεση (10, 2 – 5) οι Έλληνες ( Ίωνες, Κίτιοι-Κύπριοι- και Ρόδιοι) κατάγονται από τον Ιάφεθ.
Οι εκ Καππαδοκίας ορμώμενοι εισβολείς και κατακτητές της χώρας των Χαμιτών - Φιλισταίων, που ανήκουν στους λεγομένους Λαούς της Θάλασσας, κατέκτησαν τους δυτικούς σημιτικούς – χαναανιτικούς πληθυσμούς και αφού αναμίχθηκαν μαζί τους πολιτιστικά, γλωσσικά και θρησκευτικά, δημιούργησαν ένα δυτικοσημιτικό πολιτισμό που ονομάζεται Φιλισταϊκός Πολιτισμός (Lawrence Stager, David J. Schloen and Daniel Master, Ashkelon 1, Introduction and Overview, 1985-2006. The Leon Levy Expedition in Ashkelon, Winona Lake, Indiana, Eisenbrauns, 2008, pp. 541-568).
Ο πολιτισμός αυτός είναι άσχετος προς τον ελληνικό πολιτισμό της ύστερης εποχής του χαλκού, το ονομαζόμενο Μυκηναϊκό Πολιτισμό.
Οι Φιλισταίοι αφού ήλθαν σε επαφή με τους Εβραίους και δημιούργησαν σχέσεις, φιλικές αρχικά, με τις συνθήκες που συνήψαν με τον Αβραάμ και τον Ισαάκ, και εχθρικές στην συνέχεια, μετά την έξοδο των Εβραίων από την Αίγυπτο, υποτάχτηκαν τελικά από τον βασιλιά Δαβίδ και αφομοιώθηκαν τελικά από τους Εβραίους. Κατά την εποχή της συγγραφής των «Ιστοριών» του Ηροδότου οι Φιλισταίοι δεν υπάρχουν πλέον ως εθνική οντότητα και γι’ αυτό δεν αναφέρονται από αυτόν.
Από τότε μέχρι σήμερα ουδεμία ιστορική πηγή αναφέρει κάποιους ως απογόνους των αρχαίων Φιλισταίων. Οι σημερινοί Παλαιστίνιοι δεν έχουν καμιά σχέση με τους αρχαίους Φιλισταίους, οι οποίοι εξέλειπαν πριν από την εποχή του Ηροδότου και οι οποίοι ουδεμία σχέση έχουν με τους Μυκηναίους και τους προγενεστέρους αυτών Μινωίτες. Οι αρχαίοι Φιλισταίοι ήταν τόσο Έλληνες και οι σημερινοί Παλαιστίνιοι απόγονοί τους, όσο οι σημερινοί Σκοπιανοί είναι απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων. Τα σημερινά φαινόμενα των Παλαιστινίων – Φιλισταίων και των Σκοπιανών - Μακεδόνων είναι σύγχρονα πολιτικά κατασκευάσματα και έχουν ως σκοπό να δημιουργούν προβλήματα στους δυο μεγαλύτερους λαούς της ιστορία που με την παρουσία και την δράση τους σημάδεψαν τον παγκόσμιο πολιτισμό, τους Εβραίους και τους Έλληνες.


Βιβλιογραφία.


Α. Βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης.
1. Γένεσις.
2.Δευτερονόμιο.
3. Ιησούς του Ναυή.
4. Κριταί.
5. Α’ Βασιλειών.
6. Β’ Βασιλειών.
7. Δ' Βασιλέων.
8. Α’ Μακκαβαίων.
9. Αμώς.
10. Ταλμούδ, Chullin, Soncino Balylonian Talmud translated into English under the editorship of Rabbi Dr. I. Epstein.


Β. Μελέτες, άρθρα, λεξικά.
1. Aaron Demsky, The Name of the Goddess of Ekron. A New Reading , Journal of the Ancient Near Eastern Society vol. 25,1997.
2. Α. Jones, The Philistines and the Hearth, Their Journey to the Levant, Journal of Near Eastern Studies vol. 31, 1972.
3. Cornil, P. Une étymologie étrusco-hittite, Atti del II Congresso Internazionale de Hittitologia, Pavía, 1995.
4. Donald Bruce Redford, Egypt, Canaan, and Israel in Ancient Times, p. 289. Princeton University Press, Princeton 1992.
5. Easton's Bible Dictionary (1897).
6. Fahlbusch Erwin, Lochman Jan Milic, Bromiley Geoffrey William Barrett,David B, Mbiti John , The encyclopedia of Christianity, Wm. B. Eerdmans Publishing, 2005.
7. G. Bonfante, Who were the Philistines?, American Journal of Archaeology, Vol. 50, 1946.
8. Grandet, Pierre, Le papyrus Harris I, Bibliothèque d' Étude 129, Imprimerie de l' Institut français d' archéologie orientale du Caire, 1999.
9. Helck W., Ein sprachliches Indiz für die Herkunft der Philister, in: Beiträge zur Nemenforschung 21, 1983.
10. J. A. Thomson, The Bible and archaeology, σελ. 534, The Paternoster press, 2004.
11. Joachim Bretscheider und Klaus – Dieter Linsmeier, Das Omen von Ugarit, Spektrum der Wissenschaft, Juli 2006.
12. Keith Schoville, Stone Campbell Journal, Vol. 4, No. 1.
13. Lawrence Stager, David J. Schloen and Daniel Master, Ashkelon 1, Introduction and Overview, 1985-2006.
14. Μarcus Jastrow, A Dictionary of the Targumim, the Talmud Babli and Yerushalmi, and the Midrashic Literature, New York: Judaica Press, 1989.
15. Meriggi, P. «Schizzo della delineazione nominale dell'eteo geroglifico, Continuazione e fine», Archivio Glottologico Italiano, 38, 1953.
16. M. G. Easton, Illustrated Bible Dictionary 1897.
16. Παναγιώτης Ι. Μπρατσιώτης, Οι Φιλισταίοι και ο Αιγαιοκρητικός πολιτισμός εν Παλαιστίνη, Αθήνησι, Τύποις Φοινικος, 1926.
18. Rabin C. Hittite Words in Hebrew, Or NS 32, 1963.
19. R. Gusmani, Isoglossi lessicali Greco-Ittite, Studi linguistici in onore di Vittore Pisani, Brescia 1969, Vol. 1.
20. S. Gitin, T. Dothan, and J. Naveh, A royal dedicatory inscription from Ekron,, Israel Exploration Journal 47- 1997.
21. The American Heritage Dictionary of the English Language, Fourth Edition, Appendix II Semitic Roots, 2000.
22. The Leon Levy Expedition in Ashkelon, Winona Lake, Indiana, Eisenbrauns, 2008.
23. Trude Krakauer Dothan, The Philistines and Their Material Culture, Israel Exploration Society, Jerusalem 1982.



Παρασκευή 18 Μαρτίου 2011

Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010

Αυγούστα Ελένη Β΄.

Κόρη του Μεγάλου Κωνσταντίνου και σύζυγος του Ιουλιανού του Αποστάτη.

 
Υπό Γεωργίου – Μιχαήλ Δ. Καραχάλιου.


Ο Αυτοκράτωρ και Ισαπόστολος Άγιος Κωνσταντίνος ο Μέγας είχε αποκτήσει τέκνα από τρεις γυναίκες, από την παλλακίδα του Μινερβίνα τον Κρίσπο, από την Αρελατιανή παλλακίδα του(χαρακτηριζόταν έτσι επειδή καταγόταν από το Αρέλατον της νοτίου Γαλατίας, την σημερινή Arles, το πραγματικό της όνομα μας είναι άγνωστο) τον Κωνσταντίνο τον νεότερο, και από την νόμιμη σύζυγό του Φαύστα δύο αγόρια και δύο κορίτσια, τον Κωνστάντιο και τον Κώνστα, και την Κωνσταντίνα και την Ελένη. Ο γάμος του Μεγάλου Κωνσταντίνου με την Φαύστα ήταν πολιτικός (justae nuptiae, δίκαιον του γάμου) απόλυτα νόμιμος, αλλά χωρίς καμιά παρέμβαση της θρησκείας.


Από τον γάμο αυτόν προκύπτει και μια περίπλοκη συγγενική σχέση, άξια προσοχής, που θα σκανδαλίσει τον μέσο σύγχρονο αναγνώστη. Η Φαύστα, η νόμιμη σύζυγος του Μεγάλου Κωνσταντίνου ήταν ετεροθαλής αδελφή της νόμιμης συζύγου του πατέρα του, Κωνσταντίου του Χλωρού. Δηλαδή, ο αυτοκράτωρ Κωνστάντιος Χλωρός και ο γιός του αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος ο Μέγας είχαν λάβει ως νόμιμες συζύγους δύο ετεροθαλείς αδελφές, την Θεοδώρα και την Φαύστα αντίστοιχα (Ιωάννης Ζωναράς, Επιτομή Ιστοριών, τ. ΙΙΙ, σ. 2, εκδ. C.S. H. B. Bonn 1897), που ήταν κόρες της Ευτροπίας της πρεσβυτέρας (αποκαλείται έτσι για να ξεχωρίζει από την εγγονή της, Ευτροπία την νεοτέρα, κόρη του Κωνσταντίου του Χλωρού και της Θεοδώρας και ετεροθαλή αδελφή του Κωνσταντίνου του Μεγάλου).

Αυτή, λοιπόν, η Ευτροπία η πρεσβυτέρα είχε παντρευτεί σε πρώτο γάμο τον Αφράνιο Αννιβαλιανό από τον οποίο απέκτησε μια κόρη την Θεοδώρα, η οποία έγινε νόμιμη σύζυγος του Κωνσταντίου του Χλωρού (Κωνσταντίνος Βαρζός, Οι αυτοκρατόρισσες του Βυζαντίου, τόμος Α΄, σ. 39, υποσήμ. 16, Αθήνα 1965). Από τον δεύτερο σύζυγό της η Ευτροπία η πρεσβυτέρα, τον αυτοκράτορα Μαξιμιανό, απέκτησε τον Μαξέντιο και την Φαύστα, την οποία νυμφεύτηκε ο Μέγας Κωνσταντίνος, υιός του αυτοκράτορα Κωνσταντίου Χλώρου και της Ελένης (Βαρζός, όπου παραπάνω, σ. 37). Δηλαδή, η Φαύστα για τον Μέγα Κωνσταντίνο, εκτός από σύζυγος, ήταν και θεία του.

Από αυτό τον γάμο αυτό ο Μέγας Κωνσταντίνος, όπως είδαμε πιο πάνω, απέκτησε δυο αγόρια και δυο κορίτσια. Το μικρότερο από όλα αυτά τα παιδιά ήταν η Ελένη – Φλαβία – Ιουλία, που γεννήθηκε στα τέλη του 324 μ. Χ., ενάμιση χρόνο πριν από την εκτέλεση της μητέρας της μέσα στο λουτρό του αυτοκρατορικού ανακτόρου της Ρώμης, κατά διαταγή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, τον Ιούλιο με Αύγουστο του 326 μ. Χ.. Το κακό αυτό έγινε επειδή ο Μέγας Κωνσταντίνος θανάτωσε τον γιο του, από την παλλακίδα του Μινερβίνα, επειδή τον υποπτευόταν ότι είχε ερωτικές σχέσεις με την Φαύστα. Μετά το τραγικό αυτό γεγονός, βαρυνόμενος από τις τύψεις και πιεζόμενος από την μητέρα του Ελένη, η οποία υπεραγαπούσε τον εγγονό της Κρίσπο, διέταξε και τον θάνατο της Φαύστας μέσα στο λουτρό θεωρώντας την υπαίτια για την απόφασή του να θανατώσει τον Κρίσπο ( Ζώσιμος, Ιστορία Νέα, σ. 94, εκδ. C.S.H.B. Bonn. 1837).

Η Ελένη, όπως και η αδελφή της Κωνσταντίνα, στέφτηκε ενωρίς από τον πατέρα της αυγούστα, και ήταν περίπου 13 ετών όταν αυτός πέθανε τον Μάιο του 337μ. Χ.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν είχε προλάβει να την παντρέψει, όπως είχε κάνει με την μεγαλύτερη αδελφή της Κωνσταντίνα, και έτσι, μετά τον θάνατό του, ακολούθησε τοη αυτοκράτορα αδελφό της στην Κωνσταντινούπολη μαζί με την πρώτη γυναίκα του και εξαδέλφη της, την Γάλλα (την αδελφή του Ιουλιανού, του μετέπειτα συζύγου της) και την αδελφή της Κωνσταντίνα που είχε ήδη χηρέψει. Το πώς χήρεψε η Κωνσταντίνα θα το δούμε παρακάτω, όταν θα εξιστορήσουμε την λεγόμενη «συγγενοκτονία» . Η Ελένη αποκαλείται από την ιστορία ως αυγούστα Ελένη Β’ για να ξεχωρίζει από την γιαγιά της την αγία Ελένη, που αποκαλείτε αυγούστα Ελένη Α΄.

Τα δυο κορίτσια του Μεγάλου Κωνσταντίνου δεν φαίνετε να έλαβαν κάποια ιδιαιτέρα μόρφωση, και ζούσαν απομονωμένα μέσα στο ιερό παλάτιο, κάτω από την κηδεμονία του καχύποπτου αδελφού τους Κωνστάντιου. Οι πολιτικές ανάγκες τις εποχής εκείνης έκαναν τον Κωνστάντιο να παντρέψει την μεγαλύτερη από τις αδελφές του, την Κωνσταντίνα, με τον εξάδελφό του Γάλλο.

Τα διάφορα πολιτικά γεγονότα που ακολούθησαν, θα δούμε στην συνέχεια ποια ήταν αυτά, αλλά και το ενδιαφέρον της δεύτερης συζύγου του Κωνστάντιου, της Ευσεβίας, βοήθησαν και την Ελένη, τριανταένα ετών τότε, να παντρευτεί τον Ιουλιανό, που τότε ήταν είκοσι πέντε ετών. Ο γάμος έγινε τον Νοέμβρη του 355 στα ανάκτορα των Μεδιολάνων, αφού προηγουμένως ο γαμπρός, ο Ιουλιανός, αναγορεύτηκε από τον κουνιάδο και εξάδελφό του αυτοκράτορα Κωνστάντιο σε καίσαρα. Μετά τις λαμπρές τελετές της αναγόρευσης και του γάμου, οι νεόνυμφοι έμειναν μαζί με το αυτοκρατορικό ζεύγος μέχρι την 1η Δεκεμβρίου του 356, οπότε αναχώρησαν για την Γαλατία, την περιοχή που θα διοικούσε ο καίσαρ Ιουλιανός ( Αμμιανός Μαρκελλίνος, Ammiani Marcellini, Regum gestarum libri qui supersunt, σ. 87, τ. Ι, εκδ. C. Clark , Berlin,1910. Ιουλιανού Ευσεβίας εγκώμιον, σ. 154 – 156 και 158 – 159, Ζωσίμος, όπου παραπάνω, σ. 123. Σωζομενός, P. G.,vol. 67, col. 1217. Φιλοστόργιος, P. G. vol. 65, col. 517).

Το 357 η αυγούστα Ελένη Β΄, μόνη χωρίς τον σύζυγό της καίσαρα Ιουλιανό, επισκέπτεται την Ρώμη, μαζί με τον αυτοκράτορα αδελφό της και την νύφη της, για τον εορτασμό της συμπλήρωσης των είκοσι ετών της βασιλείας του Κωνστάντιου. Μετά το πέρας του λαμπρού εορτασμού η Ελένη επέστρεψε κοντά στον Ιουλιανό στην γαλατική πόλη Λουκετία, το σημερινό Παρίσι.

Το ζευγάρι αυτό δεν ήταν ταιριαστό. Η μέτριας μόρφωσης αυγούστα Ελένη Β΄ δεν μπορούσε να σταθεί δίπλα σε μια μεγαλοφυΐα όπως ο Ιουλιανός, ο οποίος, από την πλευρά του, έβλεπε στο πρόσωπο της γυναίκας του τον καταπιεστικό αυτοκράτορα Κωνστάντιο από τον οποίο είχε υποφέρει πολλά ο ίδιος και η οικογένειά του. Πραγματικά, αυτά που τράβηξαν ο Ιουλιανός και οι δικοί του από τον Κωνστάντιο δεν ήταν λίγα.

Η αρχή έγινε το 337, μερικούς μήνες μετά τον θάνατο του Αγίου και Ισαποστόλου Κωνσταντίνου του Μεγάλου και πριν να αναγορευθούν σε αύγουστους οι τρείς γιοι του και ο ανεψιός του Δαλμάτιος, γιος του ετεροθαλούς αδελφού του, που λεγόταν και αυτός Δαλμάτιος ( Επειδή το γενεαλογικό δένδρο του Κωνσταντίου Χλωρού είναι αρκετά περίπλοκο και ενδιαφέρον, ο γράφων δεσμεύεται να παρουσιάσει σε αυτόνομο άρθρο του την γενεαλογία του Κωνσταντίου Χλωρού). Τα τρία αγόρια του Μεγάλου Κωνσταντίνου, όπως είδαμε και πιο πάνω, ήταν, από την Αρελατιανή παλλακίδα του, ο Κωνσταντίνος ο νεότερος, και από την νόμιμη σύζυγό του Φαύστα, ο Κωνστάντιος και ο Κώνστας.

Το πολιτικό συμφέρον των τριών γιών του Μεγάλου Κωνσταντίνου ήταν να μην γίνει αύγουστος ο εξάδελφός τους Δαλμάτιος, επειδή φοβόντουσαν πως θα πρόβαλαν και τα άλλα επιζόντα παιδιά του Μεγάλου Κωνσταντίνου και οι κατιόντες τους (τα παιδιά τους) τις ίδιες απαιτήσεις,. Βλέπετε το σόι του Κωνσταντίου Χλωρού ήταν πολύ μεγάλο! Έτσι αποφάσισαν την περίφημη «συγγενοκτονία», όπως χαρακτηρίζεται από όλους τους μελετητές της ιστορίας του βυζαντινού κράτους το γεγονός που θα περιγράψουμε στη συνέχεια.

Στις αρχές του Σεπτέμβρη του 337 στην Νικομήδεια, εκεί πέθανε ο Μέγας Κωνσταντίνος και εκεί πήγαν τα παιδιά του για να αναγορευθούν σε αύγουστους, ξέσπασε μια στρατιωτική στάση, όπως φάνηκε εκ των υστέρων με την υποκίνηση του Κωνστάντιου, που ως αντικειμενικό σκοπό είχε την ματαίωση της αναγόρευσης του Δαλμάτιου σε αύγουστο. Κατά την στάση αυτή, μπροστά στο καίσαρα Κωνστάντιο και στην γυναίκα του Γάλλα, σφάχτηκαν από τους στασιαστές, έξι μέλη της οικογένειας του Κωνσταντίου Χλωρού και ένας υπουργός. Οι φονευθέντες είναι οι εξής:

Ο θείος του Κωνσταντίου Δαλμάτιος και οι δυο γιοί του, Δαλμάτιος, αυτός που θα γινόταν αύγουστος, και Αννιβαλιανός, ο σύζυγος της αδελφής του Κωνστάντιου, Κωνσταντίνας. Αυτή είναι η απάντηση στο ερώτημα, που θέσαμε πιο πάνω για το πώς χήρεψε η Κωνσταντίνα. Φονεύθηκε ακόμη ο ετεροθαλής αδελφός του Μεγάλου Κωνσταντίνου, Ιούλιος Κωνσταντίνος και ο ένας από τους γιούς του, ο Ανώνυμος, όπως τον αποκαλούν οι βυζαντινολόγοι, επειδή δεν διασώζεται από τις πηγές το όνομά του. Την εποχή εκείνη ο δυστυχής Ανώνυμος ήταν ένα αγοράκι 11 ετών. Ο Ιούλιος Κωνσταντίνος ήταν πατέρας της Γάλλας της συζύγου του καίσαρα Κωνστάντιου, η οποία είδε μπροστά στα μάτια της να σφάζονται κατ’ εντολή του άντρα της, ο πατέρας τις και ο αδελφός της. Ο Ιούλιος Κωνσταντίνος είχε από την πρώτη σύζυγό του Γάλλα τρία παιδιά, την κόρη του Γάλλα (την σύζυγο του Κωνστάντιου) και δυο αγόρια τον Ανώνυμο (για εμάς) και τον Γάλλο. Από την δεύτερη σύζυγό του, την ευγενική και ελληνομορφωμένη Βασιλίνα, είχε ένα γιο, το ωράισμα και το κλέος του πρώιμου Βυζαντίου, το κόσμημα της πανανθρώπινης διανόησης, τον μετέπειτα φιλόσοφο - αυτοκράτορα Ιουλιανό τον Αποστάτη. Την εποχή εκείνη ο Γάλλος και ο Ιουλιανός ήταν μικρά παιδάκια και δεν παρευρίσκονταν στην Νικομήδεια, όπου έγινε η συγγενοκτονία. Έτσι γλύτωσαν.

Εκτός από τους παραπάνω, δολοφονήθηκαν, ο πατρίκιος Οπτάτος, δεύτερος σύζυγος της κόρης του Κωνσταντίου Χλωρού Αναστασίας, θείας του καίσαρα Κωνστάντιου, αλλά και της γυναίκας του Γάλλας, και ο υπουργός Αβλάβιος (Βαρζός, όπου παραπάνω σ 123 – 125).

Στην συνέχεια, και για να δώσει μια σκιά νομιμότητας στο ανόσιο έγκλημά του, ο Κωνστάντιος διέδωσε ότι τάχα οι φονευθέντες είχαν συνωμοτήσει και είχαν δηλητηριάσει τον Μέγα Κωνσταντίνο. Έτσι δήμευσε ένα μεγάλο μέρος της περιουσίας τους (Ιουλιανός, Αθηναίων τη βουλή και τω δήμω, σ. 352).

Οι ιστορικές πηγές της εποχής εκείνης είναι άκρως καταδικαστικές για τον Κωνστάντιο. Ο Μέγας Αθανάσιος γράφοντας στους ασκητές της Αιγύπτου καταγγέλλει τον Κωνστάντιο ότι κατάσφαξε τους θείους του, τα εξαδέλφια του ξέκανε και τον πεθερό του, μολονότι είχε ακόμη ως σύζυγο την κόρη του. Παραθέτω το γλαφυρό κείμενο του Μεγάλου Αθανασίου και ας μου επιτραπεί το μονοτονικό:

«Τους μεν γαρ θείους κατέσφαξε, και τους ανεψιούς ανείλε, και πενθερόν μεν, έτι την θυγατέρα γαμών αυτού» (Αθανασίου Αλεξανδρείας, Τοις απανταχού κατά τόπον τον μονήρη βίον ασκούσι. P. G. vol. 25, col. 776).

Ο Ιουλιανός καταγγέλλει τον Κωνστάντιο για τον φόνο του πατέρα του και του αδελφού του και μας πληροφορεί ότι αρχικά ήθελε να σκοτώσει τον ίδιο και τον αδελφό του Γάλλο, αλλά στο τέλος τους εξόρισε (Ιουλιανός, όπου παραπάνω, Ι, σ. 348 – 349).

Ο ιστορικός Ζώσιμος γράφει: «θέλοντας ο Κωνστάντιος να δώσει σε όλους παράδειγμα γενναιότητας και να μην υστερήσει απ’ τον πατέρα του σε διάπραξη ανόσιων εγκλημάτων, άρχισε απ’ το σπιτικό του να χύνει αίμα συγγενικό» (Ζώσιμος, όπου παραπάνω, σ. 106).

Ο μόνος που δικαιολογεί τον Κωνστάντιο είναι ο Φιλοστόργιος, ο οποίος γράφει ότι εκτελούσε γραπτή εντολή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο οποίος θέλησε έτσι να τιμωρήσει τα αδέλφια του και τα ανίψια του, γιατί τον δηλητηρίασαν (Φιλοστόργιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, P. G. vol. 65, col. 477). Το ιστόρημα αυτό του Φιλοστόργιου είναι ένα κατασκεύασμα των οπαδών του Κωνστάντιου, για να τον δικαιολογήσουν. Αν υπήρχε τέτοια επιστολή, ας την παρουσίαζε στο δικαστήριο ως πειστήριο ο Κωνστάντιος και ας καταδίκαζε νόμιμα τους ενόχους σε θάνατο για εσχάτη προδοσία και έγκλημα καθοσίωσης. Φαρμακεία (δηλητηρίαση) κατά του αυτοκράτορα ήταν αυτή, αν έλαβε χώρα, δεν ήταν αταξία νηπίων!

Η συγγενοκτονία ήταν η αρχή των όσων δεινών υπέστη ο Ιουλιανός και ο αδελφός του από τον εξάδελφό τους Κωνστάντιο.

Στη συνέχεια ( τέλη Σεπτεμβρίου 337) τα δυο ορφανά αδελφάκια οδηγήθηκαν, κατά διαταγή του αυτοκράτορα εξαδέλφου τους, στο φρούριο του Μάκελλου, κοντά στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, όπου και παρέμειναν υπό περιορισμό για αρκετά χρόνια, ζώντας καθημερινά με τον φόβο του θανάτου (Βαρζός, όπου παραπάνω, σ. 171 – 172).

Τα πράγματα όμως δεν πήγαν καλά για τους τρεις γιούς του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Το 340 ο ένας εξ αυτών, ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος ο Β΄, ο γιός της Αρελατιανής, κινήθηκε με στρατό κατά του αδελφού του αυτοκράτορα Κώνσταντα Α΄ , αλλά έπεσε σε στρατιωτική ενέδρα των αντιπάλων δυνάμεων και σκοτώθηκε ( Ζώσιμος, όπου παραπάνω, σ. 106 – 107. και Φιλοστόργιος, P. G. vol. 65, col. 480). Έτσι το κράτος έμεινε στα χέρια των δυο γιών της Φαύστας.

Από όλα όσα ιστορήσαμε, από τον θάνατο του Κρίσπου μέχρι και τον θάνατο του Κωνσταντίνου Β’, φαίνετε ότι υπήρχε αρχικό σχέδιο από την ίδια την Φαύστα να βγάλει από την μέση τους γιούς των δυο παλλακίδων του Μεγάλου Κωνσταντίνου για να κυβερνήσουν με ασφάλεια τα δικά της παιδιά. Έτσι συκοφάντησε τον Κρίσπο στον πατέρα του, ότι της έκανε ανήθικες προτάσεις, και αυτός διέταξε τον θάνατό του. Η μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, η αυγούστα Ελένη κατάλαβε το σχέδιο της Φαύστας και επειδή αγαπούσε τον εγγονό της Κρίσπο, ήταν γιός παλλακίδας όπως και ο πατέρας του, πίεσε τον αυτοκράτορα γιό της να τιμωρήσει με θάνατο την ραδιούργα Φαύστα. Τα παιδιά όμως της Φαύστας, ίσως τα αγόρια μόνο, συνέχισαν, ηθελημένα ή αθέλητα το σχέδιο της μητέρας τους και τελικά πέτυχαν νε έλθει όλη η αυτοκρατορία στα χέρια τους. Ο Κωνστάντιος Β’ ( Κωνστάντιος Α’ ήταν ο παππούς του ο Χλωρός) και ο Κώνστας Α’ κυβέρνησαν συνεργαζόμενοι επί 10 χρόνια, αλλά το 350 ξέσπασε στο δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας η στάση του Μαγνέντιου. Ο Κώνστας Α’ μη μπορώντας να αναχαιτίσει τους στασιαστές προσπάθησε να φύγει, αλλά συνελήφθη από τους στασιαστές και θανατώθηκε στην πόλη Helena των Πυρηναίων ( Ζώσιμος, όπου παραπάνω, σ.107 - 108).

Μετά τον θάνατο του Κώνσταντα Α’ ο Κωνστάντιος Β΄ είναι πλέον μονοκράτωρ. Τα πράγματα όμως χειροτερεύουν για την αυτοκρατορία. Στην Ανατολή ο ίδιος ο αυτοκράτωρ πολεμάει κατά των Περσών του Σαπώρ Β΄(Φιλοστόργιος, P. G. Vol. 65, col. 512) και στην Δύση, όπου υπάρχει κενό εξουσίας μετά τον θάνατο του Κώνσταντό, ο Μαγνέντιος κινείται απειλητικά.

Μετά τον θάνατο του Κώνσταντα ανακηρύχτηκε αυτοκράτορας στην Ρώμη, ως μέλος της αυτοκρατορικής οικογένειας, ο Νεπωτιανός ο νεότερος, γιός της ετεροθαλούς αδελφής του Κωνσταντίνου του Μεγάλου Ευτροπίας της νεοτέρας και του Νεπωτιανού του πρεσβυτέρου (όπως βλέπει ο αναγνώστης, αυτή είναι μια περίοδος της ιστορίας με πολλές λεπτομέρειες, ικανές να τον μπερδέψουν). Ο λόγος της ανακήρυξής του, η οποία έγινε από μονομάχους και άτακτα στίφη, ήταν το ότι ανήκε, από την πλευρά της μητέρας του, στην αυτοκρατορική οικογένεια και μ’ αυτόν τον τρόπο ήθελαν να καλύψουν το κενό εξουσίας στη Δύση. Δυστυχώς για τον Νεπωτιανό, ο συνεργάτης του στασιαστή Μαγνέντιου, Μαρκελλίνος, επιτέθηκε, γύρω στα μέσα του 350 κατά της Ρώμης, την κατέλαβε την και αφού τον συνέλαβε τον Νεπωτιανό μαζί με την μητέρα του, τους θανάτωσε (Ζώσιμος, όπου παραπάνω, σ. 109).

Τα πράγματα για την κεντρική εξουσία έγιναν πολύ δύσκολα, αλλά την ενδεδειγμένη λύση την έδωσε η Κωνσταντίνα. Όπως είδαμε, η Κωνσταντίνα και η αδελφή της Ελένη είχαν λάβει το τίτλο της αυγούστας σε μικρή ηλικία από τον πατέρα τους. Έτσι η Κωνσταντίνα κάνοντας χρήση της εξουσίας της ως αυγούστας, ανακήρυξε καίσαρα τον γέρο στρατηγό Βετρανίωνα για να αντιμετωπίσει τον στασιαστή Μαγνέντιο. Ο Κωνστάντιος, όταν πληροφορήθηκε αυτή την εύστοχη ενέργεια της αδελφής του, την ενέκρινε. Αργότερα όμως, επειδή ήταν καχύποπτος, του αφαίρεσε τον τίτλο από τον Βετρανίωνα και τον έστειλε να ζήσει στην Προύσα της Βιθυνίας (Φιλοστόργιος, P. G. Vol. 65, col. 512). Οι δυσκολίες των καιρών εκείνων και η ανάγκη να έχει κάποιον βοηθό στην διοίκηση του κράτους έκαναν τον Κωνστάντιο να καλέσει κοντά του τον Γάλλο, τον αδελφό του Ιουλιανού, να τον ανακηρύξει καίσαρα και να του δώσει ως σύζυγο την χήρα αδελφή του Κωνσταντίνα (Ιουλιανός, Αθηναίων τη βουλή και τω δήμω, σ. 351).

Ο Γάλλος βοήθησε τον Κωνστάντιο στην αντιμετώπιση των κινδύνων της αυτοκρατορίας. Έκανε και ένα κοριτσάκι με την Κωνσταντίνα, για το οποίο δεν έχουμε καμιά άλλη πληροφορία εκτός από εκείνη της γέννησής του, την οποία μας την δίνει ο θείος την μικρής, ο Ιουλιανός (Αθηναίων τη βουλή και τω δήμω, σ. 351). Η άγνωστη σ’ εμάς, από άλλη πηγή, μικρούλα ίσως πέθανε πρόωρα και δεν ξανάγινε λόγος γι’ αυτήν.

Ο Γάλλος φέροντας τον τίτλο του καίσαρα εγκαταστάθηκε μαζί με την αυγούστα σύζυγό του στην Αντιόχεια και άρχισε να πολεμά τους εισβολείς Πέρσες του Σαπώρ Β΄ μέχρι που πέτυχε να τους νικήσει. Ο φιλύποπτος Κωνστάντιος, μόλις έμαθε την μεγάλη στρατιωτική επιτυχία του καίσαρα γαμπρού του, φοβήθηκε από την δημοφιλία που απέκτησε ο νικητής και τροπαιούχος στρατηλάτης και έβαλε τον έμπιστό του έπαρχο των πραιτορίων της Ανατολής ή ύπαρχο της Εώας , όπως τον χαρακτηρίζει ο ιστορικός Σωκράτης ο Σχολαστικός (P. G. vol. 67, col. 296), τον Δομετιανό να περιορίσει τον Γάλλο μέσα στην Αντιόχεια, όπου ήταν το διοικητικό του κέντρο, και να προσπαθήσει με διαβολές να αμαυρώσει την νίκη του. Ο Δομετιανός μόλις έφτασε στην Αντιόχεια απέφυγε να πάει ο ίδιος να συναντήσει τον καίσαρα Γάλλο και την αυγούστα σύζυγό του (Φιλοστόργιος, όπου παραπάνω, col. 513), και ανάθεσε στον τοπικό αυτοκρατορικό ταμία Μόντιο, να πάει να τους ελέγξει, να τους ανακρίνει και να τους ταπεινώσει. Ο Μόντιος συμπεριφέρθηκε με τέτοια ιταμότητα και αυθάδεια στον Γάλλο, που η Κωνσταντίνα που παρευρισκόταν στην συνάντηση, νευρίασε με την ανάρμοστη συμπεριφορά του προς τον καίσαρα άντρα της και σ’ αυτή, που ήταν αυγούστα και είχε πάρει το αξίωμα από τον πατέρα της (ήταν αρχαιότερη του αδελφού της στον ανώτατο τίτλο της αυτοκρατορίας). Χωρίς δεύτερη κουβέντα η δυναμική αυγούστα, που ήδη είχε αποδείξει την αποφασιστικότητά της στην περίσταση της ανακήρυξης σε καίσαρα του γέρου στρατηγού Βετρανίωνα, διέταξε τους φρουρούς του παλατιού να συλλάβουν και να θανατώσουν τον αυθάδη Μόντιο και τον Δομετιανό που τον είχε στείλει. Οι φρουροί του παλατιού πέρασαν τους δυο συλληφθέντες μέσα από τους δρόμους της Αντιόχειας όπου ο κόσμος τους γιουχάιζε και τους κτυπούσε μέχρι που πέθαναν. Τα πτώματά τους τα έριξαν στον ποταμό Ορόντη (Φιλοστόργιος, όπου παραπάνω, col. 515). Το γεγονός αυτό μαρτυρά ότι ο καίσαρας Γάλλος ευτύχησε να έχει την αγάπη της γυναίκας του Κωνσταντίνας, που δεν δίστασε να εναντιωθεί στον αδελφό της και στους απεσταλμένους του, αλλά και την αγάπη του λαού της Αντιόχειας, που δεν ανεχόταν να προσβάλλεται ο ήρωας του αγώνα κατά των Περσών καίσαρ Γάλλος από τους αυθάδεις απεσταλμένους του Κωνστάντιου.

Ο Κωνστάντιος μόλις έμαθε την τύχη που είχε ο Δομετιανός και ο Μόντιος αποφάσισε με δόλο να τον καλέσει στην Κωνσταντινούπολη τον Γάλλο για να εξετάσουν από κοινού τον τρόπο αντιμετώπισης του αυτοκράτορα της Περσίας Σαπώρ Β’ που είχε αρχίσει ξανά να κινείτε απειλητικά για το Βυζάντιο. Ο Γάλλος δεν ήθελε να στασιάσει απροκάλυπτα και να επιδείξει μια απροσχημάτιστη απειθαρχία μη ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση του κουνιάδου του αυτοκράτορα. Έτσι αποφάσισε να ταξιδέψει μέχρι την βασιλεύουσα ( Φιλοστόργιος, όπου παραπάνω, col. 516).

Η αυγούστα Κωνσταντίνα, που γνώριζε πολύ καλά τις προθέσεις του αδελφού της, ζήτησε από τον άντρα της να περιμένει μέχρι να πάει πρώτα αυτή στην Βασιλεύουσα για να εξακριβώσει τις πραγματικές προθέσεις του αδελφού της και μετά να ενεργήσουν ανάλογα. Έτσι και έγινε. Η Κωνσταντίνα ξεκίνησε στα τέλη του 354 το μακρύ ταξίδι για να συναντήσει τον αδελφό της αφήνοντας πίσω στην Αντιόχεια τον αγαπημένο της άντρα να περιμένει νέα της. Τα πράγματα όμως δεν ήλθαν όπως τα είχαν σχεδιάσει. Στο δρόμο η Κωνσταντίνα αρρώστησε από πυρετό και φτάνοντας στο Γαλλικανό, μια μικρή πόλη της Βιθυνίας, εγκατέλειψε για πάντα τον μάταιο τούτο κόσμο έχοντας το όνομα του αγαπημένου της συζύγου στα χείλη της. Ήταν τριάντα ενός ετών ( Αμμιανός Μαρκελλίνος, όπου παραπάνω, τ.Ι, σ. 32. Φιλοστόργιος, όπου παραπάνω, col. 516). Μην μπορώντας πλέον ο Γάλλος να κάνει αλλιώς, και παρόλο το πένθος του, ξεκίνησε για να συναντήσει τον Κωνστάντιο. Στο δρόμο όμως, στην Πόλα της Ιστρίας ( ο Κωνστάντιος ήταν τότε στα Μεδιόλανα ) τον συνέλαβαν και τον πέρασαν από δικαστήριο με την κατηγορία της τυραννίας και της προδοσίας. Του δικαστηρίου πρόεδρος ήταν ο έμπιστος του Κωνστάντιου ευνούχος Ευσέβιος που είχε το αξίωμα του πραιποσίτου (κάτι σαν αυλάρχης) και ανήκε στην ομάδα που συκοφαντούσε συστηματικά τον Γάλλο στον Κωνστάντιο ( Φιλοστόργιος, όπου παραπάνω, col. 517). Η απόφαση ενός τέτοιου δικαστηρίου ήταν μία και μοναδική, θάνατος. Έτσι ο δυστυχής Γάλλος αποκεφαλίστηκε δια ξίφους στην ίδια πόλη που πριν από εικοσιοκτώ χρόνια είχε θανατωθεί ο εξάδελφός του Κρίσπος με διαταγή του ίδιου του πατέρα του, Κωνσταντίνου του Μεγάλου (Φιλοστόργιος, όπου παραπάνω, col. 517).

Το παρόν άρθρο βιογραφεί την αυγούστα Ελένη Β΄, θυγατέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου και σύζυγο του Ιουλιανού του Αποστάτη (ο τίτλος Αποστάτης έχει δοθεί. στον Ιουλιανό αρχικά με μειωτική διάθεση εν μέρους κάποιων ανόητων, αλλά στην συνέχεια έγινε ένα ρομαντικό, τιμητικό θα έλεγα, προσηγορικό που προσδιορίζει την ιδεαλιστική προσωπική στροφή του προς την θρησκεία της ελληνιστικής εποχής που συγκρίνει τα διάφορα δόγματα και ομολογίες όλων των θρησκευτικών συστημάτων χωρίς φανατισμούς και μισαλλοδοξία. Ο Ιουλιανός ίσως να ήταν ένας θεόσοφος.

Η κάπως εκτεταμένες αναφορές σε θέματα όπως η συγγενοκτονία, η φυλάκιση του Ιουλιανού και του αδελφού του στο φρούριο Μάκελλο και τα όσα έπαθε ο Γάλλος από τον Κωνστάντιο χρησιμεύουν για να προσδιορίσουν τα αισθήματα που έτρεφε ο Ιουλιανός για τον Κωνστάντιο, το ολετήρα της οικογένειάς του, το σφάχτη του πατέρα του και των δυο αδελφών του. Και αυτός ο προσδιορισμός των αισθημάτων του Ιουλιανού θα μας βοηθήσει να αντιληφθούμε τι ακριβώς αισθανόταν για την σύζυγό του την Ελένη, στο πρόσωπο της οποίας, όπως και πιο πάνω είπαμε, ο Ιουλιανός έβλεπε τον αδελφό της Κωνστάντιο. Πριν όμως συνεχίσουμε θα πρέπει να δούμε πως ακριβώς και υπό την επίδραση ποιών παραγόντων έγινε ο Ιουλιανός καίσαρας και γαμπρός του Κωνστάντιου.

Μετά την θανατική καταδίκη και εκτέλεση του Γάλλου ο ευνούχος Ευσέβιος και η κλίκα των ομοφύλων του στράφηκαν κατά του Ιουλιανού, που είχε το θάρρος να πενθήσει δημόσια τον νεκρό αδελφό του, και ζητούσαν από τον φύση καχύποπτο και ψυχικά ανώμαλο Κωνστάντιο να λάβει μέτρα εναντίον του. Είναι αλήθεια πως όποιον στοχοποιούσε ο Ευσέβιος και η κλίκα των «ανδρογύνων» δεν γλύτωνε. Ο Ευσέβιος και η παρέα του είχαν τεράστια δύναμη στην αυτοκρατορική αυτή. Την δύναμη αυτή την διατήρησαν σε όλη τους την ζωή και την έχασαν μόνο μαζί με τα κεφάλια τους όταν έγινε αυτοκράτορας ο Ιουλιανός και τους πέρασε από ειδικό δικαστήριο, υπό την εποπτεία της Αυτοκρατορικής Συγκλήτου, για την δίκη – παρωδία που ο σκηνοθέτησαν για να καταδικάσουν σε θάνατο τον δυστυχή Γάλλο.

Ο μόνος που διασώθηκε από τις μηχανορραφίες του Ευσεβίου και των ομοφύλων του (των ευνούχως) ήταν ο Ιουλιανός και αυτό έγινε χάρη στη βοήθεια της αυτοκράτειρας Ευσεβίας, της δεέτερης συζύγου του Κωνσαντίου, η οποία συμπαθούσε τον Ιουλιανό πάρα πολύ (Φιλοστόργιος, όπου παραπάνω, col. 517). Η Ευσεβία ήταν Ελληνίδα, κόρη του υπάτου Ευσεβίου, και γέννημα και ανάθρεμμα της Θεσσαλονίκης. Ο Ιουλιανός γράφει για την καταγωγή της και την πόλη που την γέννησε τα ακόλουθα: «γένος μεν αυτή (πτώση δοτική) σφόδρα ελληνικόν … και πόλις η μητρόπολις της Μακεδονίας» (συγγνώμη για το μονοτονικό) ( Ιουλιανός Ευσεβίας εγκώμιον, σ. 141). Η Ευσεβία ήταν μια πανέμορφη γυναίκα του καιρού της με χαρακτήρα και ήθος άριστα. Είχε μεγάλη ελληνική μόρφωση και ευφυΐα σπάνια. Ο Κωνστάντιος δεν είχε πολιτικά μυστικά απ’ αυτήν και πάντοτε την συμβουλευόταν για θέματα πολιτικής και διοίκησης (Ιουλιανός, Ευσεβίας εγκώμιον, σ. 140, 141, 144, 146). Όταν συνάντησε η νέα αυτοκράτειρα για πρώτη φορά τον Ιουλιανό τον συμπάθησε αμέσως και άρχισε να τον υποστηρίζει μέχρι που κατάφερε να πείσει τον αυτοκράτορα άντρα της να τον κάνει καίσαρα της Γαλατίας και να τον νυμφεύσει με την αδελφή του αυγούστα Ελένη ( Ιουλιανός, Ευσεβίας εγκώμιον, σ. 122).

Ο Ιουλιανός με τα εγκώμιά του ανεβάζει την Ευσεβία στα ουράνια και την εκθειάζει ως πιστή σύζυγο του Κωνσταντίου ( Ιουλιανού Ευσεβίας εγκώμιον, σ. 142). Υπάρχει όμως κάτι στην περιγραφή της πρώτης συνάντησης του Ιουλιανού με την Ευσεβία που κάνει τον γράφοντα να υποπτευθεί ότι υπήρξε ένας πλατωνικός έρωτας μεταξύ τους, ο οποίος έμεινε μόνο σε θεωρητικό επίπεδο και δεν έλαβε ποτέ σαρκική υπόσταση (Ιουλιανός, Ευσεβίας εγκώμιον, σ. 158). Ο Ιουλιανός ήταν ένας συνεπής πλατωνικός και ποτέ δεν θα διανοητό κάτι χυδαίο, αλλά και η Ευσεβία ήταν μια γυναίκα με ήθος που δεν θα απατούσε ποτέ τον άντρα της με τον οποίο συνεργαζόταν για την διοίκηση του κράτους, την ειρήνη και την ευημερία του λαού. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο που αποκλείει την σαρκική σχέση της με τον Ιουλιανό. Η Ευσεβία έπασχε από μητρικά βαρείας μορφής (Φιλοστόργιος, P. G. vol. 65, col. 520 – 521).

Από την άλλη πλευρά όμως έχουμε μια συνεχή μέριμνα και φροντίδα εκ μέρους της Ευσεβίας για τον Ιουλιανό κατά την πρώτη επίσκεψή του στην Ρώμη (Φιλοστόργιος, P. G. vol. 65, col. 520 – 521). που ενισχύει την υπόνοια στον γράφοντα περί μιας μορφής πλατωνικής σχέσης μεταξύ Ευσεβίας και Ιουλιανού. Οτιδήποτε είχε ανάγκη ο Ιουλιανός, κατά την παραμονή του στην Αιώνια Πόλη, του το έστελνε η Ευσεβία τους ευνούχους της.

Μετά από όλα αυτά μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι ο γάμος του Ιουλιανού με την Ελένη ήταν μία λύση ανάγκης γι’ αυτόν και ότι ποτέ το ζευγάρι δεν αγαπήθηκε, όπως ο Γάλλος με την Κωνσταντίνα. Βέβαια ο Ιουλιανός πάντα τιμούσε και σεβόταν την αυγούστα σύζυγό του, αλλά πάντα στο πρόσωπό της έβλεπε τον αδελφό της Κωνστάντιο και ποτέ δεν λησμονούσε τα όσα αυτός είχε κάνει στην οικογένειά του και στον ίδιο. Ο γάμος του Ιουλιανού με την Ελένη έγινε κάτω από την πίεση των πραγμάτων και χωρίς την ελεύθερη θέληση του. Η ψυχική ανομοιογένεια του ζευγαριού ήταν μεγάλη και στα τεσσεράμισι χρόνια που έζησαν μαζί κράτησε ο ένας τον άλλο σε απόσταση που έγινε μεγαλύτερη εξ αιτίας των γεγονότων που ακολούθησαν.

Ως καίσαρ ο Ιουλιανός ανέλαβε την διοίκηση της Γαλατίας με έδρα την Λουκετία, ένα νησί μέσα στον Σηκουάνα, εκεί που βρίσκεται σήμερα το Παρίσι. Υπήρξε καλός διοικητής και ικανός στρατηγός. Νίκησε επανειλημμένα τους Αλαμανούς και τους καταδίωξε μέχρι τον Μέλανα Δρυμό. Οι δε στρατιωτικές επιτυχίες του κατά των Φράγκων τους ανάγκασαν να καταφύγουν στη σημερινή Ολλανδία ( Βαρζός, όπου παραπάνω, σ. 11).

Η αυτοκράτειρα Ευσεβία έστειλε στον Ιουλιανό, στην Λουκετία, ένα πολύ μεγάλο αριθμό βιβλίων αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων για να έχει να μελετά και να ψυχαγωγείτε (Ιουλιανός, Ευσεβίας εγκώμιον, σ. 159). Έτσι χάρη στην Ευσεβία και για χάρη του Ιουλιανού απέκτησε η Λουκετία ένα μεγάλο αριθμό βιβλίων αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, τα οποία απετέλεσαν ένα πολύ πρώιμο πυρήνα σπουδαστηρίου της αρχαίας ελληνικής σοφίας μέσα στην καρδιά της, κατά τα άλλα, βάρβαρης και άξεστης Γαλατίας.

Ένα χρόνο μετά τον γάμο του ο Ιουλιανός απέκτησε από την Ελένη ένα αγοράκι που δεν επέζησε. Κάποιοι καλοθελητές λένε πως η αυτοκράτειρα Ευσεβία δωροδόκησε την μαμή για να το σκοτώσει μόλις γεννήθηκε. Αυτές είναι διαδόσεις του Αμμιανού Μαρκελλίνου που αντιπαθεί σφόδρα όλες τις εστεμμένες κυρίες της εποχής του (Αμμιανός Μαρκελλίνος, όπου παραπάνω, Ι, σ. 87). Ο ίδιος ιστορικός μας δίνει άλλη μία πληροφορία για την δυστοκία της Ελένης. Όταν το 357 είχε συναντήσει η Ελένη την Ευσεβία στην Ρώμη, για τον εορτασμό των είκοσι χρόνων της βασιλείας του Κωνστάντιου, της είχε ζητήσει ένα φάρμακο για να διευκολύνει τις γέννες της, αλλά η Ευσεβία, που ήταν στείρα και ζήλευε, της έδωσε φάρμακο στειρωτικό, για να μη μπορεί να κάνει παιδιά (Αμμιανός Μαρκελλίνος, όπου παραπάνω, Ι, σ. 87). Αυτές οι πληροφορίες του Αμμιανού Μαρκελλίνου μας δείχνουν μια Ευσεβία τελείως διαφορετική από εκείνη που μας περιγράφει ο Ιουλιανός. Ειλικρινά ο γράφων δεν μπορεί να καταλήξει σε κάποιο ασφαλές συμπέρασμα. Να πέφτει τόσο έξω ο Ιουλιανός ή να είναι τόσο ποταπός συκοφάντης ο Αμμιανός Μαρκελλίνος, ο φίλος του Ιουλιανού;

Καιρός όμως να γυρίσουμε στην πολιτική κατάσταση της εποχής που παρουσίασε ενδιαφέρουσες εξελίξεις.

Τα πολιτικά πράγματα άλλαξαν ξαφνικά το 359 όταν ο Πέρσης βασιλιάς Σαπώρ Β΄ κατέλαβε την πόλη Άμιδα (το σημερινό Ντιαρμπακίρ) και αιχμαλώτισε έξι λεγεώνες. Θέλοντας ο Κωνστάντιος να εκδιώξει τον εισβολέα ζήτησε από τον Ιουλιανό να έρθει με τα στρατό του στην Ανατολή για να συμμετάσχει στην εκστρατεία κατά των Περσών (Αμμιανός Μαρκελλίνος, όπου παραπάνω, XX4, 16 17).Όμως για τα στρατεύματα της Γαλατίας υπήρχε ειδική συμφωνία να υπηρετούν μόνο σ’ αυτή την χώρα. Έτσι όταν μαθεύτηκε η διαταγή του Κωνστάντιου για μετακίνηση, τα στρατεύματα της Γαλατίας στασίασαν τον Φεβρουάριο του 360 (Grumel, Chronologie, τ.. 1 σ. 355, Paris, 1958) και ανακήρυξαν στην Λουκετία τον αγαπημένο τους Ιουλιανό, χωρίς την θέλησή του, αυτοκράτορα (Αμμιανός Μαρκελλίνος, όπου παραπάνω, τ. Ι, σ. 192. Ιουλιανός, Αθηναίων τη βουλή και το δήμω, σ. 363 – 366. Λιβάνιος, Επιτάφιος επί Ιουλιανώ, Λιβανίου έργα, τόμος 2, σ. 278, εκδ. Rich. Foerster, Leipzig, 1905).



Το γεγονός της αναγόρευσης του Ιουλιανού σε αυτοκράτορα έγινε αργά το βράδυ, κοντά στα μεσάνυχτα. Ο Ιουλιανός είχε ήδη από συρθεί με την Ελένη στο υπερώο του παλατιού, που ήταν δίπλα στην κύρια οικοδομή και κοντά στο στρατόπεδο. Οι στρατιώτες, που μέχρι εκείνη την ώρα έτρωγαν και έπιναν, ξεσηκώθηκαν, πήγαν στο παλάτι, έσπασαν τις πόρτες και άρχισαν να αναζητούν τον Ιουλιανό (Ζώσιμος, όπου παραπάνω, 135 – 136). Ο Ιουλιανός άκουσε την φασαρία και καταλαβαίνοντας ότι κάτι πολύ σοβαρό συμβαίνει ζήτησε την βοήθεια του Διός (Ιουλιανός, Αθηναίων τη βουλή και το δήμω, σ. 366) Όταν τον βρήκαν τον ύψωσαν σε μια ασπίδα και τον αποκάλεσαν αυτοκράτορα και τον ζητωκραύγασαν (Ζώσιμος, όπου παραπάνω, σ. 136). Επειδή δεν υπήρχε διάδημα κάποιοι στρατιώτες πρότειναν στον Ιουλιανό να χρησιμοποιήσουν το διάδημα της γυναίκας του, αλλά αυτός αρνήθηκε, Τότε ένας λογχοφόρος που λεγόταν Μάουρος έβγαλε από πάνω του το χρυσό περιδέραιο που φορούσε ως στρατιωτικό παράσημο, τον «μανιάκην» του, και με τόλμη τον έβαλε στο κεφάλι του νέου αυτοκράτορα (Ζώσιμος, όπου παραπάνω, σ. 136. Σωκράτης, P. G. vol. 67, col. 373). Και με τον μανιάκη στο κεφάλι αντί για διάδημα επέστρεψε ο Ιουλιανός στα ανάκτορα ( Ιουλιανός, Αθηναίων τη βουλή και τω δήμω, σ. 366). Δεν γνωρίζουμε τι στάση κράτησε η Ελένη στο θέμα της ανακήρυξης του Ιουλιανού σε αυτοκράτορα και στην σύγκρουση που υπέφωσκε στις σχέσεις του με τον Κωνστάντιο. Ο Ιουλιανός δεν κάνει καμιά αναφορά για την θέση της γυναίκας του στην πολιτική διαμάχη που ξέσπασε με τον κουνιάδο του. Το μόνο που γνωρίζουμε είναι πως μετά τα γεγονότα της ανακήρυξης σε αύγουστο του Ιουλιανού ένας ακόλουθος της Ελένης αντιλήφθηκε κάποια συνωμοσία που οργανώθηκε σε βάρος του νέου αυτοκράτορα και τον ενημέρωσε σχετικά. Επειδή όμως τον είδε να μην δίνει σημασία στον κίνδυνο που τον απειλούσε, άρχισε να κάνει σαν τρελός και γύριζε στους δρόμους φωνάζοντας, «άντρες στρατιώτες και ξένοι και πολίτες, μη προδώσετε τον αυτοκράτορα» ( Ιουλιανός, Αθηναίων τη βουλή και τω δήμω, σ. 367). Να φανταστούμε ότι στο περιβάλλον της αυγούστας Ελένης Β΄ εξυφαινόταν συνωμοσία κατά του Ιουλιανού που προερχόταν από αυτήν ή τον κύκλο της; Όπως και να έχει το πράγμα, η Ελένη δεν έζησε για πολύ μετά από τα γεγονότα της αναγόρευσης του Ιουλιανού σε αυτοκράτορα. Πέθανε στα μέσα του 360 στην Βιέννα της Γαλατίας ( Ernest Stein, Histoire du Bas Empire, τ. 1, σ. 155, εκδ. 1959).

Δεν γνωρίζουμε την αιτία του θανάτου της Ελένης. Από τους συγχρόνους συγγραφείς ουδείς αναφέρει κάτι. Ούτε ο ίδιος ο Ιουλιανός μας δίνει κάποια πληροφορία. Αιώνες μετά τα γεγονότα ένας ιστορικός μας δίνει μια πληροφορία για τον θάνατο της αυγούστας Ελένης Β΄. Είναι ο Ιωάννης Ζωναράς, Βυζαντινός χρονογράφος του τέλους του11ου με αρχές του 12 αιώνα. Ο Ιωάννης Ζωναράς είχε διατελέσει μέγας δρουγγάριος της βίγλης (κάτι σαν αρχηγός της αυτοκρατορικής σωματοφυλακής) και πρωτοασηκρήτης (προϊστάμενος της αυτοκρατορικής γραμματείας). Σε κάπως ώριμη ηλικία αποσύρθηκε στην Αγία Γλυκερία, μία των Πριγκιποννήσων, και με την παρακίνηση των φίλων του συνέγραψε την «Επιτομή ιστοριών», σε δεκαοκτώ βιβλία, όπου καταγράφει τα παγκόσμια ιστορικά γεγονότα «από κτίσεως κόσμου» μέχρι το έτος 1118 (Ι. Ε. Καραγιαννόπουλος, Πηγαί της Βυζαντινής Ιστορίας, σ. 321, εκδοτικός οίκος Σάκκουλα, β΄ έκδοση, Θεσσαλονίκη 1978). Σ’ αυτό το έργο του ο Ζωναράς αναφέρει ότι ο Ιουλιανός έβαλε να δηλητηριάσουν την Ελένη την ώρα που γεννούσε (Ιωάννης Ζωναράς, Επιτομή Ιστοριών, ΙΙΙ, σ. 54). Η πληροφορία αυτή του Ζωναρά, για μια εποχή που απέχει από αυτόν πάνω από επτά αιώνες και χωρίς να γίνεται η παραμικρή επίκληση κάποιας πηγής που να πλησιάζει κάπως την εποχή των γεγονότων, ελέγχεται ως μύθευμα κύκλων πολύ μεταγενεστέρων του αιώνα του Ιουλιανού και που έχει ως σκοπό την κατασυκοφάντηση του λόγω των θρησκευτικών του πεποιθήσεων. Είναι μια παντελώς αναξιόπιστη καταγραφή και εκφράζει μια μικρή εμπαθή μερίδα «ιστορικών» που αντιπαθούν τον Ιουλιανό για την προσωπική του επιλογή να στραφεί προς την αρχαία θρησκεία. Άσχετα όμως με το τι γράφουν οι στρατευμένοι αυτοί «ιστορική», ο Ιουλιανός, σαν προσωπικότητα, υμνήθηκε ομόφωνα από όλους τους μεγάλους ιστορικούς από τότε που ο Du Cange (1610 – 1688) θεμελίωσε τις βυζαντινές σπουδές μέχρι και σήμερα. Τέλος, είναι αξιοπρόσεκτο το γεγονός, ότι ο Ιουλιανός συκοφαντείται από εκείνους ακριβώς τους «ιστορικούς» που προσπαθούν να δικαιολογήσουν τα εγκλήματα του θείου του, του αυτοκράτορα Αγίου και Ισαποστόλου Κωνσταντίνου του Μεγάλου.

Η αυγούστα Ελένη Β’ δεν γνωρίζουμε που ενταφιάστηκε αρχικά. Σε κάποια μεταγενέστερη εποχή τα οστά της μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη και εναποτέθηκαν μέσα στην λάρνακα που αναπαύονται και τα οστά του Ιουλιανού, στο Ναό των Αγίων Αποστόλων (Γεώργιος Κεδρηνός, Σύνοψις Ιστοριών, τ. Α’, σ. 539, εκδ. I. Bekker, C. S.H. B., Bonn, 1838). Όπως βλέπουμε, ο Ιουλιανός, παρ’ όλα όσα έχουν λεχθεί και γραφεί σε βάρος του από διαφόρους παρεκκλησιαστικού κύκλους, δεν έχει στερηθεί των μεταθανάτιων τιμών από την Εκκλησία και σήμερα αναπαύεται στο επίσημο αυτοκρατορικό κοιμητήριο της Κωνσταντινούπολης, στον βόρειο διάδρομο με τις κρύπτες του ναού των Αγίων Αποστόλων ( Κωνσταντίνος Ζ΄ Πορφυρογέννητος, τ. Ι , σ. 646, εκδ. J. Reiske και I. Bekker, C. S. H. B. Bonn, 1820).

Εκεί κοιμάται σήμερα το αυτοκρατορικό ζευγάρι, σε ένα χριστιανικό ναό που σήμερα είναι τζαμί.

Θα αξιωθούμε, άραγε, κάποτε να δούμε τον ναό αυτό ξανά ελληνικό και κάποιο Ψυχοσάββατο τον εφημερεύοντα ιερέα να δέεται μπροστά στην λάρνακα του Ιουλιανού και της Ελένης:

- Ιουλιανού και Ελένης των αοιδίμων αυτοκρατόρων αιωνία η μνήμη.

Αμήν.



Βιβλιογραφία.

Α. Ιστορικές πηγές.

1. Αθανασίου Αλεξανδρείας, Τοις απανταχού κατά τόπον τον μονήρη βίον ασκούσι. P. G. vol. 25.

2. Αμμιανός Μαρκελλίνος, Ammiani Marcellini, Regum gestarum libri qui supersunt, τ. I και ΙΙ, εκδ. C. Clark , Berlin,1910 – 1915.

3. Γεώργιος Κεδρηνός, Σύνοψις Ιστοριών, τ. Α’, εκδ. I. Bekker, C. S.H. B., Bonn, 1838.

4. Ζώσιμος, Ιστορία Νέα, εκδ. C.S.H.B. Bonn. 1837).

5. Ιουλιανός, Αθηναίων τη βουλή και τω δήμω, Ιουλιανού Έργα, εκδ. Car. Hertlein, Leipzig, 1875 – 1876.

6. Ιουλιανός, Ευσεβίας εγκώμιον, Ιουλιανού Έργα, εκδ. Car. Hertlein, Leipzig, 1875 - 1876 .

7. Ιωάννης Ζωναράς, Επιτομή Ιστοριών, τόμοι Ι - ΙΙΙ, εκδ. C.S. H. B. Bonn 1897.

8.. Κωνσταντίνος Ζ΄ Πορφυρογέννητος, τ. I – III, εκδ. J. Reiske και I. Bekker, C. S. H. B. Bonn, 1829 - 1840.

9. Λιβάνιος, Επιτάφιος επί Ιουλιανώ, Λιβανίου έργα, τόμοι 1 – 4, εκδ. Rich. Foerster, Leipzig, 1904 - 1908).

10. Σωζομενός, P. G.,vol. 67.

11. Σωκράτης ο Σχολαστικός P. G. Vol. 67.

12. Φιλοστόργιος, P. G. vol. 65.


Β. Ιστορικά βοηθήματα.

1. Ernest Stein, Histoire du Bas Empire, τ. 1, σ. 155. εκδ. 1959.

2. Grumel, Chronologie, τ. 1, Paris, 1958.

3. Κωνσταντίνος Βαρζός, Οι αυτοκρατόρισσες του Βυζαντίου, τόμος Α΄, Αθήνα, 1965.

4. Ι. Ε. Καραγιαννόπουλος, Πηγαί της Βυζαντινής Ιστορίας, εκδοτικός οίκος Σάκκουλα, β΄ έκδοση, Θεσσαλονίκη, 1978.


Συντομογραφίες.

1. C. S. H. B. : Corpus Scriptorum Hist;iriae Byzantinae, Bonnae, 1828 και εξής.

2. P. G. : J. P. Migne, Patrologia Graeca, Paris, 1857 και εξής.

Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2010

Τα χαρακτηριστικά της νίκης του Μεγάλου Αλεξάνδρου στα Γαυγάμηλα.

(1η του Οκτωβρίου του 331 π. Χ.)




Υπό Γεωργίου – Μιχαήλ Δ. Καραχάλιου.

Στις αρχές της άνοιξης του 331 π. Χ. ο Μέγας Αλέξανδρος ξεκίνησε με όλο το στρατό του από την παραλία της Φοινίκης προς την ασιατική ενδοχώρα. Μετά από κοπιαστική πορεία αρκετών μηνών βρέθηκε τον Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου στην πεδιάδα των Γαυγαμήλων, στην Αδιαβηνή, την μεγαλύτερη από τις επαρχίες της Ασσυρίας. Η Αδιαβηνή βρισκόταν στην βόρεια περιοχή της χώρας και την διέσχιζε ο ποταμός Λύκος, περιελάμβανε δε τις πόλεις Άρβηλα, που ήταν και η πρωτεύουσα της επαρχίας, και τα Γαυγάμηλα ( Στράβωνος Γεωγραφικά. ΙΣΤ, 745 ). Τα Γαυγάμηλα βρίσκονται κοντά στον ποταμό Τίγρη, στο βόρειο Ιράκ, και σήμερα ονομάζονται Ερμπίλ. Στην πεδιάδα των Γαυγαμήλων ο Μέγας Αλέξανδρος αντιμετώπισε τις ήδη παρασκευασμένες και παρατεταγμένες κολοσσιαίες δυνάμεις του Δαρείου Γ΄ του Κοδομανού.

Την φορά αυτή ο Μέγας Αλέξανδρος δεν πολεμούσε πλέον για την εκδίκηση των θεών της Ελλάδος και για την τιμωρία των βαρβάρων για όσα είχαν διαπράξει κατά την εισβολή τους στην Ελλάδα πριν από ενάμιση αιώνα, ούτε και για το πανελλήνιο όνειρο της απελευθέρωσης των υποδούλων Ελλήνων της Μικράς Ασίας και την κατάκτηση των εδαφών από τις ακτές της Μεσογείου μέχρι της γραμμής Σινώπης – Κιλικίας με σκοπό τον εποικισμό τους από Έλληνες, όπως προέτρεπε ο Ισοκράτης τον Φίλιππο: «ὅπου δ' Ἰάσων λόγῳ μόνον χρησάμενος οὕτως αὑτὸν ηὔξησεν, ποίαν τινὰ χρὴ προσδοκᾶν περὶ σοῦ γνώμην αὐτοὺς ἕξειν, ἢν ἔργῳ ταῦτα πράξῃς, καὶ μάλιστα μὲν πειραθῇς ὅλην τὴν βασιλείαν ἑλεῖν, εἰ δὲ μή, χώραν ὅτι πλείστην ἀφορίσασθαι καὶ διαλαβεῖν τὴν Ἀσίαν, ὡς λέγουσί τινες, ἀπὸ Κιλικίας μέχρι Σινώπης, πρὸς δὲ τούτοις κτίσαι πόλεις ἐπὶ τούτῳ τῷ τόπῳ, καὶ κατοικίσαι τοὺς νῦν πλανωμένους δι' ἔνδειαν τῶν καθ' ἡμέραν καὶ λυμαινομένους οἷς ἂν ἐντύχωσιν. οὓς εἰ μὴ παύσομεν ἀθροιζομένους βίον αὐτοῖς ἱκανὸν πορίσαντες, λήσουσιν ἡμᾶς τοσοῦτοι γενόμενοι τὸ πλῆθος, ὥστε μηδὲν ἧττον αὐτοὺς εἶναι φοβεροὺς τοῖς Ἕλλησιν ἢ τοῖς βαρβάροις: ὧν οὐδεμίαν ποιούμεθα πρόνοιαν, ἀλλ' ἀγνοοῦμεν κοινὸν φόβον καὶ κίνδυνον ἅπασιν ἡμῖν αὐξανόμενον. ἔστιν οὖν ἀνδρὸς μέγα φρονοῦντος καὶ φιλέλληνος καὶ ποῤῥωτέρω τῶν ἄλλων τῇ διανοίᾳ καθορῶντος, ἀποχρησάμενον τοῖς τοιούτοις πρὸς τοὺς βαρβάρους, καὶ χώραν ἀποτεμόμενον τοσαύτην ὅσην ὀλίγῳ πρότερον εἰρήκαμεν, ἀπαλλάξαι τε τοὺς ξενιτευομένους τῶν κακῶν ὧν αὐτοί τ' ἔχουσι καὶ τοῖς ἄλλοις παρέχουσι, καὶ πόλεις ἐξ αὐτῶν συστῆσαι, καὶ ταύταις ὁρίσαι τὴν Ἑλλάδα καὶ προβαλέσθαι πρὸ ἁπάντων ἡμῶν. ταῦτα γὰρ πράξας οὐ μόνον ἐκείνους εὐδαίμονας ποιήσεις, ἀλλὰ καὶ πάντας ἡμᾶς εἰς ἀσφάλειαν καταστήσεις. ἢν δ' οὖν τούτων διαμάρτῃς, ἀλλ' ἐκεῖνό γε ῥᾳδίως ποιήσεις, τὰς πόλεις τὰς τὴν Ἀσίαν κατοικούσας ἐλευθερώσεις» (Ισοκράτους Φίλιππος, 120 – 123). Όλα τα παραπάνω, τα οποία απέρρεαν από την απόφαση του συνεδρίου της Κορίνθου και τις εντολές του προς τον Στρατηγό – Αυτοκράτορα των Ελλήνων και απηχούσαν το πανελλήνιο αίσθημα της εποχής εκείνης, είχαν ήδη πραγματοποιηθεί, όπως και άλλα πολλά πέρα από αυτά. Η μάχη στα Γαυγάμηλα επρόκειτο να κρίνει αυτή την ίδια την κυριαρχία επί της Ασίας. Από την έκβαση της μάχης θα κρινόταν, αν ο Δαρείος θα παρέμενε Μέγας Βασιλεύς της Ασίας και ο Αλέξανδρος θα έφευγε ντροπιασμένος για να ζητήσει σωτηρία στις ακτές της Μεσογείου, αν δεν εξολοθρευόταν μαζί με το στρατό του επί του πεδίου της μάχης, ή θα συντριβόταν ολοσχερώς η Περσική Αυτοκρατορία και ο Αλέξανδρος θα γινόταν Μέγας Βασιλεύς και κυρίαρχος της Ασίας. Την μεγάλη σημασία της μάχης των Γαυγαμήλων όχι μόνον δεν παραγνώρισε ο Αλέξανδρος, αλλά διεκήρυξε απροκάλυπτα στην προσφώνησή του προς τους συμπολεμιστές του πριν την έναρξη της μάχης. Ο Αρριανός μας πληροφορεί ότι ο Αλέξανδρος είπε προς τους συμπολεμιστές του ότι δεν θα πολεμούσαν αυτή τη φορά για την Κοίλη Συρία ή την Φοινίκη, ούτε για την Αίγυπτο, αλλά για την κυριαρχία όλης της Ασίας: «ἐν τῇδε τῇ μάχῃ οὐχ ὑπὲρ Κοίλης Συρίας ἢ Φοινίκης, οὐδὲ ὑπὲρ Αἰγύπτου, ὡς πρόσθεν, μαχουμένους, ἀλλὰ ὑπὲρ τῆς ξυμπάσης Ἀσίας, οὕστινας χρὴ ἄρχειν, ἐν τῷ τότε κριθησόμενο» (Αρριανού Αλεξάνδρου ανάβασις, ΙΙΙ, 9,6).

Κατά τις κρίσιμες στιγμές πριν από την μάχη ο Αλέξανδρος εκδήλωσε για μια ακόμη φορά την βαθειά Ελληνική του συνείδηση και την πίστη του στις πανάρχαιες εθνικές παραδόσεις, όπως αυτές είχε αναπτύξει στο πνεύμα και την ψυχή του η ελληνική αγωγή που έλαβε από τους γονείς και τους διδασκάλους του. Ο Πλούταρχος, χρησιμοποιώντας ως πηγή τον Καλλισθένη, μας πληροφορεί ότι ο Αλέξανδρος, λίγο πριν τη μάχη, περιστοιχιζόταν από τους Θεσσαλούς και τους άλλους Έλληνες, οι οποίοι τον παρακινούσαν με φωνές να επιτεθεί στους βαρβάρους. Κρατώντας στο αριστερό του χέρι ένα δόρυ, με το δεξί του ικέτευε τους θεούς να τον βοηθήσουν, ανακράζοντας ότι, αν πραγματικά είναι γόνος του Διός, όφειλαν να σπεύσουν να υπερασπιστούν και να ενισχύσουν τους Έλληνες:

«Τότε δὲ τοῖς Θετταλοῖς πλεῖστα διαλεχθεὶς καὶ τοῖς ἄλλοις Ἕλλησιν, ὡς ἐπέῤῥωσαν αὐτὸν βοῶντες ἄγειν ἐπὶ τοὺς βαρβάρους, τὸ ξυστὸν εἰς τὴν ἀριστερὰν μεταλαβών, τῇ δεξιᾷ παρεκάλει τοὺς θεούς, ὡς Καλλισθένης φησίν, ἐπευχόμενος, εἴπερ ὄντως Διόθεν ἐστὶ γεγονώς, ἀμῦναι καὶ συνεπιῤῥῶσαι τοὺς Ἕλληνας» (Πλουτάρχου Αλέξανδρος, ΧΧΧΙΙΙ, 1).

Ο μάντις Αρίστανδρος, ο οποίος συνόδευε τα ελληνικά στρατεύματα από την αρχή της εκστρατείας, φορώντας λευκή χλαμύδα και χρυσό στεφάνη, έδειξε ένα αετό (το ιερό πτηνό του Διός) που πετώντας πάνω από το κεφάλι του Αλεξάνδρου κατευθύνθηκε προς τους αντιπάλους, αυτός ο οιωνός έδωσε περισσότερο θάρρος στην φάλαγγα των ιππέων και τους έδειξε ότι πρέπει να εφορμήσουν κατά των εχθρών. Ο Πλούταρχος για το σχετικό συμβάν μας λέει τα ακόλουθα: «ὁ δὲ μάντις Ἀρίστανδρος, χλανίδα λευκὴν ἔχων καὶ χρυσοῦν στέφανον, ἐπεδείκνυτο παριππεύων ἀετὸν ὑπὲρ κεφαλῆς Ἀλεξάνδρου συνεπαιωρούμενον καὶ κατευθύνοντα τὴν πτῆσιν ὄρθιον ἐπὶ τοὺς πολεμίους, ὥστε πολὺ μὲν θάρσος ἐγγενέσθαι τοῖς ὁρῶσιν, ἐκ δὲ τοῦ θαῤῥεῖν καὶ παρακαλεῖν ἀλλήλους δρόμῳ τοῖς ἱππεῦσιν ἱεμένοις ἐπὶ τοὺς πολεμίους ἐπικυμαίνειν τὴν φάλαγγα» ( Πλούταρχος, όπου παραπάνω, ΧΧΧΙΙΙ, 2).
Μετά το πέρας της μάχης, το περσικό κράτος καταλύθηκε οριστικά και ο ατυχήσας στην έκβαση της μάχης Δαρείος Γ΄ ο Κοδομανός τράπηκε σε άτακτη φυγή η οποία τελικά δεν έμελλε να του εξασφαλίσει την πολυπόθητη σωτηρία, αλλά να τον οδηγήσει κατευθείαν στον θάνατο και μάλιστα από το χέρι φίλου και υποτελούς, του σατράπη της Βακτριανής και Σογδιανής Βήσσου. Ο νικητής των Γαυγαμήλων Αλέξανδρος, ο βασιλεύς πλέον της Ασίας, κατά τον Πλούταρχο, τελεί μεγαλοπρεπείς ευχαριστήριες θυσίες στους Ολυμπίους Θεούς εκφράζοντας έτσι την ευγνωμοσύνη του για την υποστήριξή τους και τη βοήθεια προς τους Έλληνες για να συντρίψουν επί του πεδίου της μάχης των Γαυγαμήλων τον Πέρση δυνάστη και να κυριαρχήσουν επί της Ασίας, σηματοδοτώντας, κατ’ αυτό τον τρόπο, την έναρξη μιας νέας περιόδου για την παγκόσμια ιστορία, την γέννηση ενός νέου ελληνικού κόσμου. Από την πεδιάδα των Γαυγαμήλων εκείνο το δείλι της 1ης Οκτωβρίου του 331 π. Χ., καθώς έδυε ο φυσικός ήλιος καλύπτοντας με τις ακτίνες του το αιματοβαμμένο πεδίο της μάχης, ανέτελλε ο πνευματικός και ανέσπερος ήλιος του οικουμενικού ελληνισμού, «ένας ελληνικός καινούριος κόσμος, μέγας», όπως επιγραμματικά λέει ο Καβάφης, ένας κόσμος από τον οποίο ξεπήδησαν:


«οι Αλεξανδρείς, οι Αντιοχείς,

οι Σελευκείς, κ' οι πολυάριθμοι

επίλοιποι Έλληνες Αιγύπτου και Συρίας,

κ' οι εν Μηδία, κ' οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι.

Με τες εκτεταμένες επικράτειες,

με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών.

Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά

ως μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ως τους Ινδούς».

Για να ανταμείψει τους φίλους και συνεργούς της περίλαμπρης νίκης ο Αλέξανδρος τους γεμίζει πολύτιμα δώρα, μοιράζει σε όλους πλούτη, αξιώματα και ηγεμονίες. Κατά τις πανηγυρικές εκείνες στιγμές ο Αλέξανδρος δεν λησμονεί τους Έλληνες της μητροπολιτικής Ελλάδος, εξ’ ονόματος και κατ’ εντολή των οποίων ανέλαβε και έφερε σε αίσιο πέρας την εκστρατεία για την συντριβή των βαρβάρων της Ασίας. Επιθυμώντας να ευεργετήσει τους Πανέλληνες, σπεύδει να γράψει, να καταλυθούν όλες οι τυραννίδες και κάθε μια πόλη να κυβερνάται με τους δικούς της νόμους. Ιδιαιτέρως θυμάται τους Πλαταιείς, των οποίων η πόλη είχε καταστραφεί κατά τους φωκικούς πολέμους, και διατάζει την ανοικοδόμησή της, με την αιτιολογία ότι οι Πλαταιείς προσέφεραν τα εδάφη για τον αγώνα υπέρ της ελευθερίας όλων των Ελλήνων κατά την μάχη των Πλαταιών, όπου οι συνασπισμένες δυνάμεις των Ελλήνων υπό τον Σπαρτιάτη στρατηγό Παυσανία, τον υιό του Κλεομβρότου, νίκησαν τους Πέρσες και απάλλαξαν την μητροπολιτική Ελλάδα οριστικά από τον περσικό κίνδυνο το 479 π. Χ. Συγχρόνως στέλνει ο Αλέξανδρος μέρος των λαφύρων προς τους Κροτωνιάτες στην Ιταλία για να τιμήσει τον γενναίο Κροτωνιάτη αθλητή Φάϋλο, ο οποίος κατά τα Μηδικά, όταν οι Έλληνες της Ιταλίας αρνήθηκαν να βοηθήσουν τον αγώνα της μητροπολιτικής Ελλάδος κατά των Περσών, έσπευσε με δικό του πλοίο στην Σαλαμίνα και έλαβε μέρος στον νικηφόρο υπέρ της ελευθερίας αγώνα. Για όλα τα παραπάνω ο Πλούταρχος μας δίνει την ακόλουθη αναφορά: «Τοῦτο τῆς μάχης ἐκείνης λαβούσης τὸ πέρας, ἡ μὲν ἀρχὴ παντάπασιν ἡ Περσῶν ἐδόκει καταλελύσθαι, βασιλεὺς δὲ τῆς Ἀσίας Ἀλέξανδρος ἀνηγορευμένος, ἔθυε τοῖς θεοῖς μεγαλοπρεπῶς, καὶ τοῖς φίλοις ἐδωρεῖτο πλούτους καὶ οἴκους καὶ ἡγεμονίας. φιλοτιμούμενος δὲ πρὸς τοὺς Ἕλληνας, ἔγραψε τὰς τυραννίδας πάσας καταλυθῆναι καὶ πολιτεύειν αὐτονόμους, ἰδίᾳ δὲ Πλαταιεῦσι τὴν πόλιν ἀνοικοδομεῖν, ὅτι τὴν χώραν οἱ πατέρες αὐτῶν ἐναγωνίσασθαι τοῖς Ἕλλησιν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας παρέσχον. ἔπεμψε δὲ καὶ Κροτωνιάταις εἰς Ἰταλίαν μέρος τῶν λαφύρων, τὴν Φαΰλλου τοῦ ἀθλητοῦ τιμῶν προθυμίαν καὶ ἀρετήν, ὃς περὶ τὰ Μηδικά, τῶν ἄλλων Ἰταλιωτῶν ἀπεγνωκότων τοὺς Ἕλληνας, ἰδιόστολον ἔχων ναῦν ἔπλευσεν εἰς Σαλαμῖνα, τοῦ κινδύνου συμμεθέξων. οὕτω τις εὐμενὴς ἦν πρὸς ἅπασαν ἀρετὴν καὶ καλῶν ἔργων φύλαξ καὶ οἰκεῖος» ( Πλούταρχος, όπου παραπάνω, XXXIV, 1-2). Οι μετά την νίκη ενέργειες του Μεγάλου Αλεξάνδρου μαρτυρούν το υψηλό του ελληνικό εθνικό φρόνημα. Ο Αλέξανδρος, ως ηγέτης όλων των Ελλήνων και αφού συνέτριψε οριστικά τους Πέρσες, τιμά τους πρωτεργάτες αυτής της νίκης, τους Έλληνες της περιόδους των μηδικών πολέμων, οι οποίο με το θάρρος και το αίμα τους εξεδίωξαν από την Ευρώπη τους βαρβάρους και μετέφεραν οριστικά τον αγώνα στην Ασία. Αγώνα τον οποίο κέρδισαν με την υπερηφανή νίκη των Γαυγαμήλων υπό την ηγεσία του Στρατηγού -Αυτοκράτορος, εντολοδόχου των Πανελλήνων από το συνέδριο της Κορίνθου, ο οποίος και μετά την αναγόρευσή του σε Μέγα Βασιλέα της Ασίας παρέμεινε πιστός στο ελληνικό φρόνημα και τα ιδεώδη που είχε διδαχτεί από τους γονείς του και τους δασκάλους του και προμαχεί υπέρ της Ευρώπης στον αγώνα για την αποτροπή του ασιατικού βαρβαρικού κινδύνου.

Αθάνατος!

Αιωνία του η δόξα!